Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Jet lag






Θέλεις να παίξουμε μονά-ζυγά; Ναι! Ποια θέλεις; Τα μονά. Κι εγώ παίρνω τα ζυγά, αφού μ` αρέσουν.  Προτιμώ το 4. Και γω το 5. Πω πω! 1+4…Περισσεύει ένα. Λοιπόν θα πούμε 1 μαζί με 4 =14, για να χεις και συ κάτι από ζυγά, να μην αισθάνομαι ότι αδικώ. Να παίξουμε; Ναι να παίξουμε, αλλά ξέρεις πρέπει να φύγω  ταξίδι και πώς θα συνεχίσουμε; Θα ρθω και γω μαζί σου, όπου κι αν πας. Θέλεις; Ναι θέλω. Παίζουμε λοιπόν!


Α`  Ώρα : χαράζει. Χαράζει και βρέχει καταρρακτωδώς.  Μικρός έβγαινα στη βροχή να γίνομαι μουσκίδι. Τη λάτρευα. Τώρα πονά ο αυχένας ,οι μυς, οι αρθρώσεις… πού να βγω! Κάποτε κοροϊδεύαμε τους γέρους  και τις γριές: «πονάνε τα ρεματικά μου. Θα βρέξει». «Αχ πού `σαι νιότη που `λεγες πως θα γινόμουν άλλος»! Ζαλίζομαι. Υπόταση. Μισό κουταλάκι του γλυκού αλάτι.  Ποιος θα μου δώσει; Ο κόσμος περιδινίζεται γύρω μου. Τα πάντα πηγαίνουν και έρχονται. Όχι δεν θέλω να μείνω στον τόπο μέσα στο λεωφορείο. Δεν θέλω να με βλέπει κανείς. Η ανάσα μου κόβεται. Θεέ μου, φώτισε κάποιον ν `ανοίξει ένα παράθυρο. Αέρα. Θέλω αέρα. 


Ανασαίνω βαριά. Περιμένω να `ρθει η ώρα να κατεβώ στη στάση. Επιτέλους να φτάσει αυτό το λεωφορείο εκεί που θέλω να κατεβώ.  Η γιαγιά δίπλα μου ακούει την ανάσα μου. Είστε καλά, κύριε; Θέλετε κάτι να σας βοηθήσω; Όχι μια χαρά είμαι. Aπλώς,  είμαι πολύ κουρασμένος. Ταξιδεύω, ξέρετε, πολύ και πολλά χρόνια. Τα `χουν αυτά τα ταξίδια… Το στομάχι μου έχει σφιχτεί. Μου `ρχεται  να κοιμηθώ. Δεν έχω βάλει τίποτε στο στόμα μου, γιατί δεν θέλω να φάω εδώ και μέρες. Δεν ξέρω αν είναι πραγματικότητα. Μπορεί και να κοιμάμαι και να ` ναι ένα κακό όνειρο.  Μπορεί και μόλις να πέθανα και να ζω το θάνατο εγκεφαλικά. Όποιος πεθαίνει, λέει, σταματά η καρδιά του, αλλά για λίγα δευτερόλεπτα ο εγκέφαλος λειτουργεί. Μπορεί λοιπόν να περιμένω τον τελωνισμό της ψυχής μου. Είναι θέμα βασανιστικού χρόνου… Θα δείξει, λοιπόν. 



Γ` Ώρα: Φως ! «Δεύτε λάβετε εκ του Ανεσπέρου…» Αέναον Φάος,  Άκτιστο , Ιλαρόν! Πνίξε  με, πλημμύρισέ με, καταύγασέ με, ξέπλυνέ με  από τα ανομήματά μου και κατοίκησέ με. Έχω ένα σφίξιμο στο στήθος. Μπορεί και πόνο. Ή ανάσα μου κόβεται. Όχι ζω! Μπορεί σε λίγο να μη ζω. Κάπως έτσι έρχεται ο θάνατος… Είναι νωρίς ακόμα στη ζωή μου. Αλλά αυτό δεν έχει ώρα. Νερό, πολύ νερό. Το κεφάλι μου έχει γίνει μούσκεμα κι αν ακουμπώ σε μαξιλάρι είναι και αυτό μούσκεμα. Κι αν ακουμπώ σε μαξιλάρι πού είμαι; Στο κρεβάτι μου ή στο φέρετρο;  Ποιος θα μου πει πού βρίσκομαι; Τι μέρα είναι; Ποιο έτος; Ποιος μήνας; Ποια εποχή; Τα `χω μπερδέψει όλα στο μυαλό μου. Θρύψαλα θύμησες ανακατεμένες με άλλες θύμησες απ` άλλη εποχή, απ `άλλες ώρες, μέρες, χρόνια. Γόρδιος δεσμός στο λαιμό μου. Δεν έχω σπαθί μήτε μαχαίρι να τον κόψω. Αν δεν έφυγα ακόμη, έλα Φάος το Αέναον, το Ασύλληπτον, το Ανερμήνευτον και Ακατάληπτον, της Αγάπης Φως, Βάτε αενάως Καιόμενη     να φύγουμε μαζί… Να τελειώνω. Μόνον εσύ δικαιούσαι  να ρίξεις την αυλαία. Κι αν δεν την ρίξεις, θα ψάξω  λέξεις αγαπητικές  να αποπλύνω τις πληγές και τα κρίματά μου που ποιος και πώς να εξαγορεύσει… Με πίκραναν φρικτά. 


Τώρα που είμαστε στο αεροπλάνο ήρθαμε  πιο κοντά. Σε βλέπω, σε αγγίζω, σου μιλώ. Κρατάς το 13 ! Μα εγώ σου έδωσα το 14! Το ένα πού πήγε; Γιατί δεν απαντάς; Τι έκανες το ένα;  Δεν απαντάς. Θα το βρω. Κάπου το πήγες την ώρα που σε εμπιστεύτηκα κι είπα να κοιμηθώ και δεν μιλάς… Θα μιλήσεις; Άκου έχω μάθει πάντα να μιλάω.  Οι άνθρωποι που αγοράζουν και δεν πουλούν φοράν για μένα ένα μεγάλο ανεξιχνίαστο ερωτηματικό. Δεν μου πάνε. Δεν τους θέλω. Είναι μπαμπέσηδες και ύπουλοι… Έπαιξα πολύ τίμια.  Εγώ δεν σημάδεψα τα χαρτιά. Τα βρήκα σημαδεμένα. Να σου δώσω το 5! Υπεκφυγές που δεν γουστάρω. Δεν απαντάει στη βασανιστικό  ερώτημά μου. Πού πήγε το ένα;



ΣΤ` ΩΡΑ: Λίγο οξυγόνο, Θεέ μου πνίγομαι. Κιρκάδια δυσρυθμία. Ανασαίνω πολύ βαριά. Θέλω ν` ανοίξω το παράθυρο και να κρεμαστώ ο μισός απ` έξω με τα χέρια ανοιχτά. Μα με βλέπουν. Θα κρατηθώ. Αξιοπρέπεια. Θέλω να πεθάνω σε μια ώρα που δεν θα με βλέπει κανείς. Θα αντέξω. Η αξιοπρέπεια είναι απεργία πείνας. Είναι νηστεία.  Η γιαγιά δίπλα μου με κοιτάζει περίεργα. Κάπου την ξέρω! Ποια είναι; Ήταν μαυροντυμένη και τώρα φοράει λευκά! Ή έχω παραισθήσεις;  Όχι δεν είναι η γιαγιά μου. Ούτε η μάνα μου.  Πνίγομαι. Η κοιλιά μου πονάει. Μου `ρχεται να κάνω εμετό και δεν έχω φάει τόσες μέρες τίποτε. Τι να βγάλω; Να μου `φερνε  κάποιος να πιω λέξεις… Μια χούφτα λέξεις…διψάω. Χριστέ μου έχω γίνει άλογος! Θα μείνω με το στόμα ανοιχτό. Βρέχει και είμαι όλος μούσκεμα. Άρα είμαι σε φέρετρο. Έχω πεθάνει. Στις πόλεις θάβουν στα πενήντα εκατοστά, για να ξεπαραχώσουν εύκολα στα τρία χρόνια. Και ο τελωνισμός μου τόση ώρα; Άρα δεν πέθανα. Είναι νεκροφάνεια και είμαι θαμμένος. Άρα ξεψυχάω… Η γιαγιά σηκώθηκε να φύγει και είναι πάλι μαυροντυμένη.  Πού την ξέρω! Μακρινή συγγενής που ήρθε στη κηδεία μου ίσως. Αλλιώς δεν εξηγείται.  Να θέλει και να με βοηθήσει! 


Λοιπόν το ένα το έβαλες μέσα στη δική σου βαλίτσα. Το βρήκα. Δε με νοιάζει η βαλίτσα σου και το μπαούλο σου δεν θα γίνουν  το φέρετρό μου ! Ως εδώ. Μετά από ώρες και παρ` τες  όπως θες στη δημοτική, στα αρχαία ελληνικά, το ίδιο μου κάνει, σου λέω πως δεν χάρηκα καθόλου για τη γνωριμία. Τουναντίον έχασα πάσα ιδέα!  Η εμπιστοσύνη είναι κάτι που δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο στα λόγια. Σε λίγο φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Καθένας τη μετεπιβίβασή του. Εγώ θα συνεχίσω να ταξιδεύω και να   πετάω και θα πετάω πάντα, για να με βλέπουν. Να `μαι διάφανος κάτω από το φως, γιατί σε μένα το «είναι» συμπίπτει με το «φαίνεσθαι» και τούμπαλιν. Μπορεί να έχασα πολλά στη ζωή μου γι `αυτό, μα δεν θα αλλάξω. Το 5 που μου δίνεις, όσα τα δάχτυλα μιας μούντζας, θα σου πω τι θα το κάνω. Θα κρατήσω το ένα και θα σου δώσω τα 4. Ορίστε : Μονά, ζυγά δικά σου. Το ένα θα είναι ο Σταυρός μου, γιατί ο σταυρός είναι: και «+» είναι και «Χ». Να πας στην Πάτρα να δεις το σταυρό του Αγ. Ανδρέα.  Είναι και  «Ι». Εκεί κρεμούσαν τους αφανείς Μάρτυρες. Τη Μεγάλη Παρασκευή θα τα πούμε στην Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και τότε θα δούμε πόσα απίδια έχει ο σάκος κι αν είναι μονά ή ζυγά. Τελείωσα εδώ. 


Θ` ΩΡΑ: Τα χέρια μου πονάνε. Τα πόδια μου, ο αυχένας μου κι ένας δυνατός πόνος στην αριστερή ωμοπλάτη.  Πρέπει να βρω έναν τρόπο να βγω από δω μέσα. Ξέρω είναι τρελό. Πώς να βγεις μέσα από τον τάφο, όταν σε σκεπάζει τόσο χώμα. Μα κάτι θα κάνω και θα βγω. Αλλά τι; Δεν μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση.  Κεφάλαιο 13ο της Αποκάλυψης. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί! Όχι δεν τελειώνουν. Θέλω να δω τους δύο Προφήτες που είναι μετά.  Ναι, αλλά αυτά είναι αλλεπάλληλοι ακανόνιστοι κύκλοι από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και δώθε. Ουδείς γνωρίζει ώρα και στιγμή. Πολλοί ήρθαν και έφυγαν και συ μπορεί να φύγεις και άλλοι τόσοι... Οι επτά σφραγίδες, οι επτά Άγγελοι, οι επτά φιάλες. Ναι, ναι ,γενηθήτω το Θέλημά Σου! Ακούω πυροβολισμούς! Τι γίνεται; Εμένα θέλουν να σκοτώσουν; Μα είμαι νεκρός. Τι λέμε τόση ώρα! Η κόλαση, η κόλαση. Δεν ήταν οι άλλοι. Ήμουν εγώ και δεν το ήξερα. Κι όμως  οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Και κάτι λένε μεταξύ τους. Οι καμπάνες χτυπούν. Ο ήχος δεν είναι πένθιμος. Είναι χαρούμενος. Άρα δεν πέθανα.  Η κηδεία μου αναβάλλεται.  Ο τελωνισμός μου;
   


Τινάχτηκα κάθιδρος από το κρεβάτι. Τα πάντα μουσκίδι. Εγώ, τα σεντόνια, το μαξιλάρι. Θεέ μου, ένα κρύο ντους! Είναι η ώρα 6 το πρωί. Ένα παγωμένο ντους. Έξω ρίχνει καρεκλοπόδαρα, αλλά η άσφαλτος αχνίζει.   Ρίχνω το παγωμένο νερό πάνω μου. Προσπαθώ να συνέλθω.  Ένα καφέ και ένα τσιγάρο, γαμώ το κέρατό μου μέσα! Ναι, οι καπνιστές πεθαίνουν πρόωρα. Μας τα πρήξατε. Μια απόλαυση μας έμεινε σ` αυτόν τον κόσμο. Ωραία πεθαίνουν. Και τι είναι ο θάνατος; Η συνέχεια της ίδιας μας ζωής με την ψυχή μας μέχρι να ξανάρθουν τα ίδια άφθαρτα σώματά μας. Όπως το  μωράκι αποσπάται βίαια από τη μήτρα και κλαίει, έτσι αποσπάται και η ψυχή από το φθαρτό της ρούχο, το σώμα. Και περιμένει στην ίδια και μόνη της ζωή.  Χριστός Ανέστη !  

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Φιλεύω λέξεις…






Λατρεύω τις λέξεις. Τις υπέροχες ελληνικές λέξεις.  Δεν με νοιάζει τι μέρος του λόγου είναι. Φτάνει να `ναι λέξεις.  Εύπλαστες, πλαστικές, ατσαλάκωτες, ευλύγιστες, σκληρές και άκαμπτες, επίμονες, υπομονετικές, αγωνιώδεις, ακούσιες , εκούσιες , παιγνιώδεις, θηρία ανήμερα, απαλές σαν χάδι να σε νανουρίζουν, να σε συγκλονίζουν σ αν σεισμός φανταστικός  σε μια θεατρική ανατροπή  δίχως σκηνικά. Το μεγαλύτερο θέατρο, το πιο πραγματικό, το πιο ονειρικό, το πιο ζωντανό και πιο θανατερό το παίζουν οι λέξεις , αυτές οι ερωτικές και θανατερές, οι λέξεις οι ελληνικές.


Δεν τα πήγαινα ποτέ καλά με τους αριθμούς. Σαφώς και είναι απολύτως χρήσιμοι. Μα πώς να το κάνω… δεν μου πάνε. Δεν μου ταιριάζουν. Την αλήθεια μου να πω. Και η ζωή μας γέμισε πια κωδικούς κι έχει χάσει τη νοστιμιά της. Κι οι άνθρωποι δεν σε φιλεύουνε πια λέξεις μα μόνο αριθμούς… Κι αν είναι κι έρθεις πάρε με τηλέφωνο να ξέρω… και μην πας επίσκεψη χωρίς να πάρεις τον αριθμό του τηλεφώνου κάποιου να του πεις πως θα `ρθω να σε δω τάδε μέρα τάδε ώρα, γιατί τώρα πια μπορεί και να σου κλείσει την πόρτα στα μούτρα. Κάποτε πηγαίναμε έτσι, γιατί αλλιώς δεν γινότανε κι ήταν οι άνθρωποι πιο κοντά και ήταν η επίσκεψη έκπληξη και χαράς ευαγγέλια.  Τώρα πια μπήκαν ανάμεσά μας κωδικοί και μας κλειδώσανε όλους στα σπίτια μας και στα εσώψυχά μας… Το διαδίκτυο, η άψυχη οθόνη των κοινωνικών δικτύων με τους χιλιάδες φίλους και ακολούθους και την απέραντή μας μοναξιά και την κατάθλιψή της.




 Οι αριθμοί λοιπόν. Αυτό είναι το θέμα της έκθεσής μου σήμερα. Να μην ξεστρατίζω. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι μονοί αριθμοί. Αγαπούσα τους ζυγούς. Λάτρευα τα κυκλικά σχήματα και όχι τα σχήματα με γωνίες. Αν βρεθεί άνθρωπος να κάνει κύκλο το τετράγωνο, θα τον προσκυνώ.  Μου άρεσε η πρόσθεση και ο πολλαπλασιασμός.  Μισούσα αφαιρέσεις και διαιρέσεις… Κάτι πάντα έφευγε, κάτι πάντα λιγόστευε, κάτι γινόταν κομματάκια. Δεν  τα μπορώ αυτά.  Θέλω τα πράγματα και οι άνθρωποι να αυγαταίνουν, να σμίγουν, να αγαπιούνται . Οι πράξεις αυτές έχουν το μεγαλείο της ελληνικής γλώσσας. Κάτι προσθέτουν οι λέξεις. Πολλαπλασιάζουν το αλάτι, τη ζάχαρη… σαν την κυρα-Λένη την μπακάλισσα στο χωριό μου. Καλή της ώρα. Ό, τι και να `παιρνες – και στον καθένα χωρίς εξαιρέσεις και ανοιχτόκαρδα ελληνικά- να παιδάκι μου πάρε και τέσσερις ντομάτες παραπάνω βαριά βαριά να κάνει η μάνα   σου καμιά σάλτσα κλπ. Εφτά μπακάλικα στο χωριό τότε. Τα μισά ( μισά στο εφτά; Τι λέω τώρα; Ναι, μισά. Έτσι μ` αρέσει! ) τα έκλεισε στο  πι και φι. Ελένη γαρ..αν και για μας αγράμματη , Ελένη που ύμνησαν τόσοι και μας τους ζωντανεύει τόσο πολύ όλους μαζί ένας άπαιχτος σε όλα του Θόδωρος Αγγελόπουλος, που τόσο τίμησε αυτό το όνομα στις ταινίες του. Και το όνομα είναι λέξη. Δεν είναι ΑΦΜ, δεν είναι ΑΜΚΑ άψυχο, που δεν ζωντανεύει τίποτε, έκτος από αθέατους σκοπούς, ναι και φανερούς σαφώς αλλά... άντε τώρα! Θα ξεστρατίσω πάλι. Έτοιμος είμαι και δεν ξέρω τι θα μου βγει παρακάτω και πότε θα τελειώσω μ `αυτό το κείμενο.  Αν αρχίσω να μιλώ με λέξεις για τις λέξεις, άντε να τα σώσω!


Λοιπόν, σκασμός και πάμε παρακάτω.  Ολοστρόγγυλα λατρεμένα τραπέζια ή έστω και οβάλ. Πώς λέμε Οβάλ Γραφείο; Τυχαίο είναι; Τυχαίο είναι που οι παντός είδους επίσημες συσκέψεις  είναι στρογγυλής τραπέζης, όπως και τα μαθήματα στα σύγχρονα πανεπιστήμια του εξωτερικού;  Το σύγχρονο μοντέλο διδασκαλίας είναι το «Π». Λίγο να σπάσεις τις γωνίες του θα γίνει : “U” ή πέταλο. Ναι ξέρω. Γύρισα το «Π» ανάποδα τώρα και έσπασα και τις γωνίες του και το `κανα “U”. Έτσι γουστάρω. Μ `αρέσει να διαβάζω τα μηνύματα ανάποδα. Το έχω ξαναπεί!  Όλα αυτά έχουν μια ζεστασιά. Τα στρογγυλά τραπέζια χωράνε περισσότερο κόσμο κι ο κόσμος είναι πιο κοντά.  Ζυγοί αριθμοί. Δεν περισσεύει τίποτε. Κανένας παραπονεμένος, ίσα τα μερτικά. Άρτια πράγματα. Αρμονία.  Αφαίρεση: χάνονται πράγματα, πεθαίνουν άνθρωποι, πονάμε. Μονοί αριθμοί : πάντα κάτι περισσεύει, πάντα κάποιος έχει το λιγότερο… Περιττά πράγματα στη ζωή μας. Δυσαρμονία. Διαίρεση: Ο Χριστός κι η Παναγία ! Τι και ποιον να πετσοκόψεις! Κι αν είναι ατελής, πες μου τι να το κάνεις αυτό που περισσεύει; Ποιανού καημό να γιάνεις; 



«Εν αρχή ήν ο Λόγος…»! Τελεία και παύλα!  Μα ο Λόγος-λόγος, αγαπητέ μου, έχει τις χίλιες μύριες μαθηματικές του  έννοιες, εφαρμογές και δη στη σημερινή μας ζωή! Τι να λέμε τώρα! Ναι, σαφέστατα! Έχει και παραέχει και ποιος αντιλέγει; Μα τι είναι τα μαθηματικά; Η φιλοσοφία της Δημιουργίας και του Κόσμου, που είναι το μέγα και ανείπωτο  κτέρισμα του Λόγου στο οποίο υποκλίνονται τα μαθηματικά και σιωπούν. Και η φιλοσοφία μετουσιώνεται με λέξεις και απαρέμφατα  και ο καλλιτέχνης και ο πολιτικός μηχανικός και ο αρχιτέκτονας ντύνει τα σχέδια του με δημιουργήματα που έχουν και γεννούν λόγο! Και σ` αυτήν τη δημιουργία η αφαίρεση και η διαίρεση παίρνουν ζέση και νόημα γιατί έχουν Λόγο και νου, αφού περάσουν στα γρήγορα  από την ορθολογιστική ανάλυση κατασταλάζουν στην καρδιά μας. Κι η καρδιά μας νιώθει μόνο λέξεις που ζευγαρώνουν κάθετα και οριζόντια, όπως είπε και ο Ρομάν Γιάκομπσον, χωρίς απόλυτη όμως λογική στην ίδια γλώσσα αλλά και από γλώσσα σε γλώσσα, άρα και μεταφυσικά  και υπερβατικά, γιατί πάλλονται μέσα μας πρώτα και μετά στον Κόσμο ολάκερο.  Κι ο λόγος -λέει ο λαός- είναι σπόρος. Άρα γεννά και τίκτει ταυτόχρονα. Κι ο άφατος Λόγος λέει ο Πατροκοσμάς είναι Αγάπη και Αγία Τριάδα. Και δεν μπορούμε να τον ερμηνεύσουμε, παρά να τον νιώσουμε στην καρδιά μας και γύρω μας. Και κει σωπαίνουμε και δεν μιλάμε, γιατί αν πούμε κάτι παραπάνω αμαρτήσαμε. Και πρώτος  εγώ …γιατί όλα όσα έγραψα αποτελούν Ύβρι και ντρέπομαι που τα `γραψα, μα με τις λέξεις δεν μ` αρέσει να κρύβομαι. Την αμαρτία μου να την πω: άλλα ήθελα να γράψω. Δεν ήταν αυτή  η αρχική μου πρόθεση. Με παρέσυραν οι λέξεις κι είναι ντροπή στην ηλικία μου ,με παιδιά της παντρειάς, να ερωτεύομαι τόσο ξεδιάντροπα.  Και είπα και σε φιλικό πρόσωπο να κάτι τέτοιο μου τριβελίζει το μυαλό, περίμενε εντός των ημερών ανάρτηση. Θα καταλάβεις. Και άντε τώρα να του εξηγώ. Θα τα πω όμως μιαν άλλη φορά, αν δεν με παρασύρει άλλος λόγος…

Κυριακή, 3 Μαΐου 2015

Η Επιστροφή



 



Πρέπει να επιστρέψω… Η ζωή μου  ήταν γεμάτη «πρέπει» πάντα. Πρέπει για τον καθένα και τι πρέπει να κάνω εγώ γι `αυτόν κι ας έβρισκα και το μπελά μου και κει που πάω τώρα μήπως δεν θα τον ξαναβρώ; Αλλά πρέπει.  Δεν αφήνουν τους ανθρώπους έτσι μια ωραία πρωία, άσχετα αν δεν το θέλησα. Κι όμως αυτή η επιστροφή έχει μια απαίσια γεύση λωτού στη γλώσσα που δεν φεύγει. Πρέπει να ανεβώ στο κατάστρωμα. Το πλοίο έχει ξεκινήσει. Θα κόψω εισιτήριο έστω και με πρόστιμο. Θα πω δεν πρόλαβα να κόψω στην προκυμαία. Γίνεται κι αυτό και θα βρω κάτι να φάω να φύγει αυτή η απαίσια γεύση από την στυφή πίκρα της επιστροφής.
  
Ανέβηκα τη σκάλα και βγήκα επάνω. Ακριβώς περνούσαμε τα στενά της Ερυθραίας πάλι. Τώρα θα δω το ταξίδι πάλι σαν βιβλίο που το διαβάζεις ανάποδα.  Από το τέλος προς την αρχή. Το κάνω κι αυτό πολλές φορές.  Θέλω να ξέρω τι κρύβεται πίσω από τις γραμμές, τις σελίδες. Κι έτσι διαβάζω και τη ζωή μου… Από κει που είμαι σήμερα και προς την αρχή. Και το ανάποδο αυτό ταξίδι τέτοια παιχνίδια  θα μου παίξει σίγουρα, αφού επανέρχομαι από το ταξίδι της έξωσης… Δεν  πειράζει το συνήθισα πια εδώ και πίνακες ζωγραφικής σε εκθέσεις προσπαθώ να τους φανταστώ ανάποδα. Δύσκολο πράγμα βέβαια, αλλά τα προσπέκτους πολλές φορές που κυκλοφορούν με βοηθούν πολύ. Τα γυρίζω ανάποδα και βλέπω  πράγματα που και ο καλλιτέχνης μένει απορημένος.   Βίτσιο μου τα ανάποδα μηνύματα. Ένα ποίημα να το διαβάζεις από το τέλος προς την αρχή… Άλλη αίσθηση!


Σκέφτομαι. Είναι εύκολο και όμορφο να σκέφτομαι. Οι εικόνες της επιστροφής περνάνε από μπροστά μου και ίσως μόνο φευγαλέα τις βλέπω. Καλύτερα. Θα μου θύμιζαν πράγματα στη δική μου εσωτερική επιστροφή και δεν ξέρω αν θέλω και τόσο. Στο μπαρ βρήκα ένα γλυκό να κόψω τη στυφάδα στη γλώσσα μου. Που λέει ο λόγος… Από την επιστροφή και δω πέρασαν τρία χρόνια μέσα σε μια μέρα σαν μια γουλιά νερό! Τόση ήταν η λαχτάρα της επιστροφής. Πάλι σκέφτομαι και σκέφτομαι πολύ και πολλές φορές δεν μου αρέσει αυτό. Χάνω τον κόσμο γύρω μου, το τοπίο, τους ανθρώπους… Όχι πως θα δω κάτι καλό. Ό,τι ήταν να δω ως τώρα το είδα. Σπάνια με συγκινούν πια τα πράγματα και οι εκπλήξεις στην ηλικία που έφτασα. Αν ήταν κάτι συγκλονιστικό δεν θα λεγα όχι. Μα κι αυτά μάλλον ανήκουν στις σφαίρες της πρώτης ηλικίας. Ζω μια άπνοια λοιπόν κι ίσως το ότι σκέφτομαι είναι καλό τελικά, αν και πολλές φορές νιώθω την ανάγκη να ακουμπήσω κάπου τις σκέψεις μου. Να αδειάσω το μυαλό μου.


Ακούω μια ανακοίνωση από το μεγάφωνο του πλοίου. Ρωτούν αν ταξιδεύει κανένας γιατρός και παρακαλούν να πάει επειγόντως στο πάνω κατάστρωμα.  Τρέχω και γω να δω. Κάπως πρέπει να περάσω και την ώρα μου. Μόλις είχε πεθάνει ξαφνικά ένας ηλικιωμένος, που κατά τύχη είχα δει να πίνει καφέ προηγουμένως στο μπαρ. Ο γιατρός έφτασε  για τα τυπικά και το προσωπικό τον τύλιξε έτσι απλά σε ένα καραβόπανο και τον μετέφεραν σε κάποια αποθήκη στα αζήτητα. Έτσι τελειώνει η ζωή μας σε ένα ταξίδι, σε ένα πλοίο με μια ανακοπή κι έναν καφέ στο χέρι όπως λέει και ο Αγ. Δαμασκηνός : «μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται». Και η ζωή μας μια σπουδή θανάτου από τότε που καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας. « Χους ει και εις χουν απελεύσει». Η πρώτη μας ύλη το χώμα μα και η τελευταία μας. Γι αυτό και γω γυρίζω στο πάτριο χώμα.  Όχι γιατί θα βρω κάτι  καλύτερο εκεί που πάω. Όλες οι μάρκες στο καζίνο της ζωής έχουν παιχτεί. Το ποιος κέρδισε, το ποιος έχασε είναι αλλουνού παπά Ευαγγέλιο. Εξαρτάται  από τι σημαίνει πάντα νίκη και χάσιμο. Έχουν τόσες αναγνώσεις όλα αυτά. Πολλοί νικούν μακροπρόθεσμα ή χάνουν μακροπρόθεσμα είναι κάτι σαν το πιάτο της εκδίκησης που σερβίρεται πάντα, όταν δεν το περιμένεις και πάντα κρύο... Θέλω να γυρίσω πίσω στο πάτριο χώμα κι ας έχω πάντα αυτή τη στυφοπικρη γεύση λωτού στο στόμα.  Το ξέρω δεν θα φύγει μα θα ναι ο Σταυρός μου που θα γλυκαίνω όπως μπορώ… Θα ζήσω και θα γεράσω με αξιοπρέπεια κι όταν θα φύγω θέλω να με βάλουν στο χώμα χωρίς μάρμαρα με έναν ξύλινο σταυρό που να μην γράφει τίποτε πάνω, στο χώμα , στην πρώτη και τελευταία μου ύλη, εκεί που οι νεκροί περιμένουν τα σώματά τους και πάλι για την Ανά (σ)ταση  και τη νέα ζωή μέσα από την πρώτη και τελευταία ύλη, που δεν χάνεται, όπως λέει και ο αγαπημένος μου Πατέρας Νίκων...
      



Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013


H   ΕΞΩΣΗ 

Έβρεχε όλη μέρα και το νερό σχημάτιζε γούβες γεμάτες μπογιές από το κάδρο της απουσίας. Άρχισε να σουρουπώνει. Βγήκα έξω. Έπιασα τις  μπογιές με τα χέρια μου κι άρχισα να τις πασαλείβω πάνω μου. Όλα τα χρώματα τα φύλαξα πάνω μου, μα πιο πολύ εκείνο το αγαπημένο μου, το γαλάζιο. Το βαθύ μπλε να μου θυμίζει την αιώνια αγαπημένη μου, τη θάλασσα και το αίσθημα της ελευθερίας που πάντα μου ψιθύριζε. Έτσι ξάπλωσα να κοιμηθώ με τα χρώματα της αγάπης. Μιας άλλης αγάπης ,μιας δέησης  ευχαριστίας στον εσπερινό της ζωής μου, σ`ένα  λυκόφως που γεμίζει την ψυχή παρηγοριά ,επιλύχνια θαλπωρή και καρτερία ως το άλλο πρωινό. Και φως, φως αιώνιο.

Ένα μικρό αμυδρό φως έτρεμε στο δωμάτιο και νόμιζα ότι με έκαιγε. Δεν το ήξερα αυτό το δωμάτιο. Πρώτη φορά το έβλεπα. Ούτε τα παράθυρα. Μου ήταν άγνωστα. Και έπρεπε να ετοιμάσω τις βαλίτσες για να φύγω το επόμενο πρωινό. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί μου είπαν. Το εισιτήριο είχε αριθμό 1212. Καλά μια βαλίτσα θα `παιρνα. Δεν μπορείς για ένα τόσο μακρινό ταξίδι μόνος σου να κουβαλήσεις όλο σου το βιος. Τα υπόλοιπα θα τα έστελνα ταχυδρομικά με αποστολέα εμένα και παραλήπτη εμένα. Παλιό το κόλπο.  Τα κλειδιά από το ντουλάπι μου  θα τα έδινα σε έναν πολύ καλό φίλο, που μου στάθηκε τόσα χρόνια. Όχι ότι συμφωνούσαμε σε όλα, όχι ότι δεν αρπαχτήκαμε αρκετές φορές, αλλά  οι καλοί φίλοι δεν είναι αντίγραφά μας. Ναι, μου στάθηκε να `ναι καλά. Και θα του δώσω και το Βιβλίο Εσόδων Εξόδων να το ενημερώνει τώρα πια αυτός. Την ξέρει τη δουλειά καλύτερα από μένα. Και έτσι θα με θυμάται καλύτερα. Κι ας μου λέει συνέχεια «μην το κάνεις μελό». Τι να του απαντήσω! Είπαμε δεν είμαστε αντίγραφα. Καθένας έχει τον τρόπο του να αντιδρά στις καταστάσεις.

-           " Μα γιατί μπαίνετε σε ξένο δωμάτιο; Τι θέλετε; Και ποιοι είστε";
-         " Είμαστε εργαζόμενοι του Ξενοδοχείου και πρέπει να μπαίνουμε, για να δούμε αν οι πελάτες μας είναι καλά. Τόσα συμβαίνουν τελευταία. Αυτήν την εντολή έχουμε".
-        "  Και γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου παρακαλώ; Γιατί είμαι εδώ και πώς ήρθα";
-         " Σ`αυτό δεν μπορούμε να σας απαντήσουμε".
-        "Δεν σβήνετε αυτό το φως; Έχω την αίσθηση πως με καίει και νιώθω πως το αριστερό μου πόδι δεν μπορώ να το κουνήσω. Μήπως είναι δεμένο; Ρίξτε μια ματιά".
-         " Το φως είναι για την ασφάλειά σας και δεν θα το σβήσουμε, γιατί πρέπει να βλέπουν απ` έξω ότι το δωμάτιο δεν είναι άδειο. Το πόδι σας φυσικά δεν είναι δεμένο. Μάλλον κοιμάστε βαριά και το πλακώσατε με το άλλο και μούδιασε. Έχετε λερώσει τα σεντόνια με τις μπογιές που πασαλειφτήκατε θα σας τα χρεώσουμε στο λογαριασμό".
-          "Δεν με νοιάζει . Δεν ξέρω τι λέτε εσείς. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το φως να μπορέσω να  κοιμηθώ, γιατί αύριο πρωί πρωί έχω να πάω σε ένα μνημόσυνο και μετά αρραβωνιάζω και το παιδί μου. Να τελειώνει και η ιστορία με το πόδι, παρακαλώ".

1212 αν βγάλω τους άσσους και προσθέσω ό,τι απέμεινε μου μένει το 4. Το προτιμώ. Μου έφερνε μια ζωή γούρι. Τελευταία δεν μου φέρνει αλλά θα επιμείνω. Μια κυρία στο πλοίο μου είπε πως πλησιάζαμε τα στενά της Ερυθραίας. Βγήκα στο κατάστρωμα να δω. Σε λίγες ώρες φτάναμε. .. Το λιμάνι ήταν βρώμικο. Έζεχνε. Βρήκα μια πανσιόν. «Αλεξάνδρεια» την έλεγαν. Μέσα στη βρωμιά. Μπάνιο δεν υπήρχε. Βρωμούσα. Δεν μπορούσα να ανεχτώ τον εαυτό μου. Ξημέρωσε. Πήρα το λεωφορείο της γραμμής και άρχισε σημειωτόν να ανεβαίνει κυκλικά και όλο κυκλικά το βουνό. Πέτρα πάνω στην πέτρα κι άλλη πέτρα παντού βράχοι και πέτρες και γω με το 1212 σαν κατάδικος στο Φαρ Ουέστ…Ένα τοπίο σεληνιακό, που δεν ξανάδα τέτοιο ποτέ στη ζωή μου. Μετά από μιας ώρας συνεχές ταρακούνημα φτάσαμε στο χωριό. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Είχε δυο δρόμους που κατέληγαν στην ίδια πλατεία. Αλλά ήταν άδειο. Σκύλοι αδέσποτοι και γάτες μόνο. Περπάτησα. Έξω από ένα σπίτι μια γριά κουκουλωμένη στα μαύρα έπλεκε. «Ξέρετε είμαι…και ψάχνω για …» . Μου απάντησε σε ένα ακατάληπτο ντόπιο ιδίωμα. Δεν καταλάβαινα τίποτε. Σκέφτηκα να πάω στο καφενείο της πλατείας. Κλειστό και κείνο. Ούτε ο καφετζής! Και η ώρα 10.30 το πρωί! Θα καθίσω πάνω στη βαλίτσα είπα και θα περιμένω όσα δεν περίμενα ποτέ στη ζωή μου…

Όχι  δεν ήμουν σε ξενοδοχείο λάθος έκανα. Μύρισα τον αέρα και τον αναγνώρισα. Αυτή η μυρωδιά έρχεται από τον δικό μου κήπο. Το φως είναι σβηστό και στο αριστερό μου πόδι έχει ξαπλώσει φαρδιά πλατιά όπως πάντα η μικρή μου σκυλίτσα. Νιώθω την ανάσα της. Και οι  μπογιές πού πήγαν πάλι;  Θα τις βρω. Δεν μπορεί να χάθηκαν. Πώς τις βρήκα πριν;  Και θα τις πάρω φεύγοντας ,όσο μελό κι αν φαίνεται, γιατί το να φεύγεις είναι κάπως σαν να πεθαίνεις –λένε οι Γάλλοι ( “partir c`est mourir un peu”).   Πεθαίνεις για τους άλλους, αλλά οι άλλοι δεν πεθαίνουν ποτέ για σένα. Θα αφήσω πόρτες παράθυρα ανοιχτά να σεργιανούν πάντα οι ψυχές και τα σώματά τους τις νύχτες στο δωμάτιο, σ` όποιο δωμάτιο κι αν βρεθώ. Και θα γράφω…

-          "1212 χμ; Ξέρετε δεν εκδίδουμε πια χειρόγραφα εισιτήρια. Ποιος σας το έδωσε; Είναι πολύ παλιό.  Του 1995! Τα εισιτήρια πια των πλοίων είναι ηλεκτρονικά. Πάτε στα εκδοτήρια, αν και δεν νομίζω να βρείτε εισιτήριο, γιατί το πλοίο είναι πλήρες. Καλύτερα να περιμένετε το επόμενο σε δυο μέρες".
Ναι καλά τα λες  αλλά εγώ δεν έχω πού να πάω. Δεν έχω σπίτι δεν έχω πια κανέναν εδώ. Πρέπει να φύγω στην άγονη γραμμή. Κάθισα στην προβλήτα και περίμενα μέχρι να μπει  ο περισσότερος κόσμος  κι ύστερα δειλά δειλά μπήκα από κει που μπαίνουν τα αυτοκίνητα, λίγο πριν κλείσουν οι μπουκαπόρτες. Εγώ και η βαλίτσα μου. Πήγα και κάθισα στο χώρο που είναι οι αποσκευές. Το πλοίο ξεκίνησε. Ας γίνει ο έλεγχος εισιτηρίων και κάποια στιγμή θα ανεβώ και γω επάνω. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κάποια στιγμή  έπρεπε να φύγω. Δεν χωρούσα… Έχω στα χέρια μου το ένταλμα μετοίκισης που μου `ρθε πριν δυόμιση μήνες με καταληκτική ημερομηνία σήμερα. Όλα πρέπει να λήξουν σήμερα. Πώς να γίνει;