Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013


H   ΕΞΩΣΗ 

Έβρεχε όλη μέρα και το νερό σχημάτιζε γούβες γεμάτες μπογιές από το κάδρο της απουσίας. Άρχισε να σουρουπώνει. Βγήκα έξω. Έπιασα τις  μπογιές με τα χέρια μου κι άρχισα να τις πασαλείβω πάνω μου. Όλα τα χρώματα τα φύλαξα πάνω μου, μα πιο πολύ εκείνο το αγαπημένο μου, το γαλάζιο. Το βαθύ μπλε να μου θυμίζει την αιώνια αγαπημένη μου, τη θάλασσα και το αίσθημα της ελευθερίας που πάντα μου ψιθύριζε. Έτσι ξάπλωσα να κοιμηθώ με τα χρώματα της αγάπης. Μιας άλλης αγάπης ,μιας δέησης  ευχαριστίας στον εσπερινό της ζωής μου, σ`ένα  λυκόφως που γεμίζει την ψυχή παρηγοριά ,επιλύχνια θαλπωρή και καρτερία ως το άλλο πρωινό. Και φως, φως αιώνιο.

Ένα μικρό αμυδρό φως έτρεμε στο δωμάτιο και νόμιζα ότι με έκαιγε. Δεν το ήξερα αυτό το δωμάτιο. Πρώτη φορά το έβλεπα. Ούτε τα παράθυρα. Μου ήταν άγνωστα. Και έπρεπε να ετοιμάσω τις βαλίτσες για να φύγω το επόμενο πρωινό. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο εκεί μου είπαν. Το εισιτήριο είχε αριθμό 1212. Καλά μια βαλίτσα θα `παιρνα. Δεν μπορείς για ένα τόσο μακρινό ταξίδι μόνος σου να κουβαλήσεις όλο σου το βιος. Τα υπόλοιπα θα τα έστελνα ταχυδρομικά με αποστολέα εμένα και παραλήπτη εμένα. Παλιό το κόλπο.  Τα κλειδιά από το ντουλάπι μου  θα τα έδινα σε έναν πολύ καλό φίλο, που μου στάθηκε τόσα χρόνια. Όχι ότι συμφωνούσαμε σε όλα, όχι ότι δεν αρπαχτήκαμε αρκετές φορές, αλλά  οι καλοί φίλοι δεν είναι αντίγραφά μας. Ναι, μου στάθηκε να `ναι καλά. Και θα του δώσω και το Βιβλίο Εσόδων Εξόδων να το ενημερώνει τώρα πια αυτός. Την ξέρει τη δουλειά καλύτερα από μένα. Και έτσι θα με θυμάται καλύτερα. Κι ας μου λέει συνέχεια «μην το κάνεις μελό». Τι να του απαντήσω! Είπαμε δεν είμαστε αντίγραφα. Καθένας έχει τον τρόπο του να αντιδρά στις καταστάσεις.

-           " Μα γιατί μπαίνετε σε ξένο δωμάτιο; Τι θέλετε; Και ποιοι είστε";
-         " Είμαστε εργαζόμενοι του Ξενοδοχείου και πρέπει να μπαίνουμε, για να δούμε αν οι πελάτες μας είναι καλά. Τόσα συμβαίνουν τελευταία. Αυτήν την εντολή έχουμε".
-        "  Και γιατί δεν είμαι στο σπίτι μου παρακαλώ; Γιατί είμαι εδώ και πώς ήρθα";
-         " Σ`αυτό δεν μπορούμε να σας απαντήσουμε".
-        "Δεν σβήνετε αυτό το φως; Έχω την αίσθηση πως με καίει και νιώθω πως το αριστερό μου πόδι δεν μπορώ να το κουνήσω. Μήπως είναι δεμένο; Ρίξτε μια ματιά".
-         " Το φως είναι για την ασφάλειά σας και δεν θα το σβήσουμε, γιατί πρέπει να βλέπουν απ` έξω ότι το δωμάτιο δεν είναι άδειο. Το πόδι σας φυσικά δεν είναι δεμένο. Μάλλον κοιμάστε βαριά και το πλακώσατε με το άλλο και μούδιασε. Έχετε λερώσει τα σεντόνια με τις μπογιές που πασαλειφτήκατε θα σας τα χρεώσουμε στο λογαριασμό".
-          "Δεν με νοιάζει . Δεν ξέρω τι λέτε εσείς. Πρέπει να τελειώνουμε με αυτό το φως να μπορέσω να  κοιμηθώ, γιατί αύριο πρωί πρωί έχω να πάω σε ένα μνημόσυνο και μετά αρραβωνιάζω και το παιδί μου. Να τελειώνει και η ιστορία με το πόδι, παρακαλώ".

1212 αν βγάλω τους άσσους και προσθέσω ό,τι απέμεινε μου μένει το 4. Το προτιμώ. Μου έφερνε μια ζωή γούρι. Τελευταία δεν μου φέρνει αλλά θα επιμείνω. Μια κυρία στο πλοίο μου είπε πως πλησιάζαμε τα στενά της Ερυθραίας. Βγήκα στο κατάστρωμα να δω. Σε λίγες ώρες φτάναμε. .. Το λιμάνι ήταν βρώμικο. Έζεχνε. Βρήκα μια πανσιόν. «Αλεξάνδρεια» την έλεγαν. Μέσα στη βρωμιά. Μπάνιο δεν υπήρχε. Βρωμούσα. Δεν μπορούσα να ανεχτώ τον εαυτό μου. Ξημέρωσε. Πήρα το λεωφορείο της γραμμής και άρχισε σημειωτόν να ανεβαίνει κυκλικά και όλο κυκλικά το βουνό. Πέτρα πάνω στην πέτρα κι άλλη πέτρα παντού βράχοι και πέτρες και γω με το 1212 σαν κατάδικος στο Φαρ Ουέστ…Ένα τοπίο σεληνιακό, που δεν ξανάδα τέτοιο ποτέ στη ζωή μου. Μετά από μιας ώρας συνεχές ταρακούνημα φτάσαμε στο χωριό. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Είχε δυο δρόμους που κατέληγαν στην ίδια πλατεία. Αλλά ήταν άδειο. Σκύλοι αδέσποτοι και γάτες μόνο. Περπάτησα. Έξω από ένα σπίτι μια γριά κουκουλωμένη στα μαύρα έπλεκε. «Ξέρετε είμαι…και ψάχνω για …» . Μου απάντησε σε ένα ακατάληπτο ντόπιο ιδίωμα. Δεν καταλάβαινα τίποτε. Σκέφτηκα να πάω στο καφενείο της πλατείας. Κλειστό και κείνο. Ούτε ο καφετζής! Και η ώρα 10.30 το πρωί! Θα καθίσω πάνω στη βαλίτσα είπα και θα περιμένω όσα δεν περίμενα ποτέ στη ζωή μου…

Όχι  δεν ήμουν σε ξενοδοχείο λάθος έκανα. Μύρισα τον αέρα και τον αναγνώρισα. Αυτή η μυρωδιά έρχεται από τον δικό μου κήπο. Το φως είναι σβηστό και στο αριστερό μου πόδι έχει ξαπλώσει φαρδιά πλατιά όπως πάντα η μικρή μου σκυλίτσα. Νιώθω την ανάσα της. Και οι  μπογιές πού πήγαν πάλι;  Θα τις βρω. Δεν μπορεί να χάθηκαν. Πώς τις βρήκα πριν;  Και θα τις πάρω φεύγοντας ,όσο μελό κι αν φαίνεται, γιατί το να φεύγεις είναι κάπως σαν να πεθαίνεις –λένε οι Γάλλοι ( “partir c`est mourir un peu”).   Πεθαίνεις για τους άλλους, αλλά οι άλλοι δεν πεθαίνουν ποτέ για σένα. Θα αφήσω πόρτες παράθυρα ανοιχτά να σεργιανούν πάντα οι ψυχές και τα σώματά τους τις νύχτες στο δωμάτιο, σ` όποιο δωμάτιο κι αν βρεθώ. Και θα γράφω…

-          "1212 χμ; Ξέρετε δεν εκδίδουμε πια χειρόγραφα εισιτήρια. Ποιος σας το έδωσε; Είναι πολύ παλιό.  Του 1995! Τα εισιτήρια πια των πλοίων είναι ηλεκτρονικά. Πάτε στα εκδοτήρια, αν και δεν νομίζω να βρείτε εισιτήριο, γιατί το πλοίο είναι πλήρες. Καλύτερα να περιμένετε το επόμενο σε δυο μέρες".
Ναι καλά τα λες  αλλά εγώ δεν έχω πού να πάω. Δεν έχω σπίτι δεν έχω πια κανέναν εδώ. Πρέπει να φύγω στην άγονη γραμμή. Κάθισα στην προβλήτα και περίμενα μέχρι να μπει  ο περισσότερος κόσμος  κι ύστερα δειλά δειλά μπήκα από κει που μπαίνουν τα αυτοκίνητα, λίγο πριν κλείσουν οι μπουκαπόρτες. Εγώ και η βαλίτσα μου. Πήγα και κάθισα στο χώρο που είναι οι αποσκευές. Το πλοίο ξεκίνησε. Ας γίνει ο έλεγχος εισιτηρίων και κάποια στιγμή θα ανεβώ και γω επάνω. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς κάποια στιγμή  έπρεπε να φύγω. Δεν χωρούσα… Έχω στα χέρια μου το ένταλμα μετοίκισης που μου `ρθε πριν δυόμιση μήνες με καταληκτική ημερομηνία σήμερα. Όλα πρέπει να λήξουν σήμερα. Πώς να γίνει;

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΜΠΑΟΥΛΟ

Σε πήρε το μάτι μου ξυστά κι  όταν –δεν ξέρω γιατί μετακινήθηκες προς το οπτικό μου πεδίο, για να βλέπεις μάλλον καλύτερα στο φως του λυχνοστάτη-σε έβλεπα πολύ καλύτερα. Όχι που νόμιζες ότι θα μου τη γλίτωνες… Πάντα κάτι τέτοιες ώρες ψάχνεις…Κουβαλούσες ένα μπαούλο, ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο σαν εκείνο που είχε η γιαγιά μου και έβαζε μέσα πράγματα : χαλιά ,ρούχα κλπ και όταν το άνοιγα βρωμοκοπούσε ναφθαλίνη. Ήσουν εκεί έξω, ήταν αυλή μεγάλη, πάρκο , αλσύλλιο; Θα σε γελάσω. Δεν μπορούσα να δω καλά στο μισοσκόταδο. Πάντως εγώ ήμουν μέσα και σε κοιτούσα πού και πού. Ευτυχώς γιατί φυσούσε και οι κουρτίνες μέσα στο μισοσκότεινο  δωμάτιο σάλευαν σαν λευκές οπτασίες  ανάκατα και από ανάμεσά τους μπορούσα να βλέπω τα πάντα.

Φυσούσε, μια ωραία δροσιά έλουζε τον ιδρώτα μου, την πνιγμένη ανάσα μου, την αγωνία μου. Φυσούσε δυνατά, όπως φυσά φορές φορές τα καλοκαίρια στο λυκαυγές. Το λυκαυγές! Τι όμορφη λέξη έχει μέσα της τον λύκο…Oι  Γάλλοι το ζωγραφίζουν πιο παραστατικά είναι το φως «ανάμεσα στο σκύλο και το λύκο» . “Entre chien et loup”.Σκυλιά, σκυλιά αγαρηνά  και λύκοι άρπαγες… Πού μαζεύτηκαν όλοι αυτοί τέτοια ώρα ή ήταν από χρόνια μαζεμένοι και δεν τους έβλεπα και γίναν τώρα πια ένας και δεν έβλεπα!

Κι έχει μια άσχημη υγρασία τούτη η πρωινή αχλή. Μα όχι δεν θα κλείσω το παράθυρο. Θέλω να τα δω όλα. Κάτι ακούγεται απ` έξω πολλές φωνές από μακριά, δεξιά απ` τη μεριά του λόφου. Φωνές ,κλάματα; Όχι, ουρλιαχτά! Λύκοι; Τέτοια εποχή; Να ζευγαρώνουν; Αποκλείεται. Να `ναι αλυχτίσματα σκύλων;  Το πιο πιθανό να` ναι λυκόσκυλα από κανένα εξοχικό. Φυσάει δυνατά, με θόρυβο και φέρνει χώμα στο δωμάτιο. Τρίζει η πόρτα, τρίζει συνεχώς σαν επιθανάτιος ρόγχος ένα πράμα… Και χτυπάει ,χτυπάει δυνατά. Μια βραχνή φωνή-άντρας είναι, γυναίκα ; -  μου λέει να την κλείσω. Μια σκιά βλέπω μόνο, σαν γνώριμη. Υπακούω. Απλώνω το χέρι ,αλλά δεν την φθάνω. Τα πόδια μου είναι κουρασμένα και βαριά, λες και είχαν βουλιάξει στη λάσπη.  Δεν μπορώ να πάω να την κλείσω. Να μείνει ανοιχτή, δεν με πειράζει. Είναι όμορφο το ντεκόρ. Δε με φοβίζει τίποτε πια. Είμαι σε μια ηλικία που δεν έχω να φοβηθώ ή να τρομάξω από τίποτε. Μάλλον το διασκεδάζω. Έχω και μια περίεργη μουσική υπόκρουση στο δωμάτιο, αν μη τι άλλο. Καιρός να το απολαύσω και αυτό το έργο!

Άνοιξες το μπαούλο κι άρχισες  να το κοιτάς  απ `όλες τις μεριές . Πήγες κάπου και έφερες σακούλες με πράγματα και άρχισες να βγάζεις. Τι ήτανε  μου λες; Κάτι σαν κουρέλια έβλεπα που τα δίπλωνες ευλαβικά και τα τοποθετούσες μέσα ευλαβικά. Κουρέλια ,σίγουρα κουρέλια. Έβλεπα κάτι σαν κρόσσια να κρέμονται.  Έβαλες πολλά. Και μετά  τσαντάκια, κουτάκια… χα  χα χα !  Τα «τιμαλφή σου» είχα πει σε κάποιο ποίημά μου, ειρωνικά, λες κι ένιωθα τη θύελλα να πλησιάζει.  Τώρα το λέω πολύ πεζά. Δεν ειρωνεύομαι πια. Εδώ και χρόνια δεν γράφω ποίηση. Νηστεύω ανάλαδα την ποίηση ως ασκητής της κοσμοκαλόγερος.  Τώρα γράφω μόνο πεζοδρόμιο. Και σ` όποιον αρέσει.  Τα "τιμαλφή" σου τα `βαλες κάτω από τα κουρέλια , στον πάτο του μπαούλου να μην τα δει κανείς. Και μετά πήρες χαρτιά , έγγραφα αρκετά και κείνα στον πάτο του μπαούλου ,στου φιδιού την τρύπα!

Ο επιθανάτιος ρόγχος στην κάμαρη δυνάμωσε, το χώμα έρχεται στα μούτρα μου, στα μάτια μου , η πόρτα βροντάει. Ακούω τα σκυλιά ,μα αυτό ακούγεται ώρες ώρες σαν κλάμα παιδιών ,σαν να `ναι μωρά! Να `ναι τα παιδιά μου; Ποια παιδιά σου, μωρέ! Χαλάρωσε! Τα παιδιά σου μεγάλωσαν. Κοιμούνται στα δωμάτια τους. Μ` αυτό το άγχος σου θα πεθάνεις. Σωστά, τα παιδιά δεν έχουν κανένα λόγο να είναι έξω και δεν είναι μικρά. Αλυχτάνε τα σκυλιά. Σηκώθηκε αντάρα. Μπουρίνι μάλλον έρχεται.  Μα τι κάνει, Θεέ μου! Ανέβηκε πάνω στο μπαούλο και κάτι κάνει. Θα δω. Δεν ξέρω πώς, αλλά έβλεπα. Ήμουν μέσα στο δωμάτιο και έβλεπα έξω και έβλεπα πάνω από το μπαούλο. Πώς βλέπει κανείς μια μεταθανάτια εμπειρία μέσα σε ένα χειρουργείο ,μια εξωσωματική εμπειρία ,όταν είναι σε κώμα και μετά επανέρχεται  και το ξέρει ότι θα επανέλθει; Ε, κάπως έτσι.

Ήμουν στο δωμάτιο και έξω πάνω από το μπαούλο πολύ ψηλά και έβλεπα, όπως σε μια πολυώροφη πολυκατοικία που δεν έχει ασανσέρ. Ήμουν στο τελευταίο πάτωμα και ήταν σαν να κοιτώ λοξά την τελείως κυκλική  της σκάλα και την σπείρα που αυτή διέγραφε από το τελευταίο πάτωμα ως το ισόγειο. Εκεί, ας πούμε, στο ισόγειο ήταν το μπαούλο… Η θανατερή όμως αυτή σπείρα με ζάλιζε. Η υγρασία και το πρωινό σύθαμπο κούραζαν τα μάτια μου και έτσουζαν και η σπείρα μεγάλωνε και μίκραινε καθώς την κοιτούσα από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω.  Και μπέρδευε μέσα της κάγκελα ,κεφαλόσκαλα,σκαλοπάτια και   τούμπαλιν.  «Κάποιος να με κρατήσει –φώναξα- ζαλίζομαι θα πέσω» και αμέσως βρέθηκαν δυο χέρια και με έπιασαν σφιχτά. Δεν είχα το κουράγιο να γυρίσω να δω αν κατέληγαν σε κάποιο σώμα και σε ποιο… Ήθελα να σκύψω κι άλλο για να δω καλύτερα.

Πάνω στο μπαούλο είχε στερεώσει  μια μεταλλική πλάκα σε χρώμα ασημί. Και τώρα με ένα εργαλείο που έμοιαζε με διαμάντι που κόβουμε τα τζάμια, τουλάχιστον έτσι το έβλεπα και το άκουγα εγώ, γιατί έβγαζε και κείνο τον χαρακτηριστικό τσιριχτό ήχο του τζαμιού που κόβεται , έγραφε μια επιγραφή. Περίμενα ώρα να τελειώσει να δω τι έγραφε. Τα άγνωστα χέρια με κρατούσαν εκεί . Ψέλλισα μόνο : «Ευχαριστώ. Μη με παρεξηγείτε γερνάω αξιοπρεπώς..» Αλλά δεν πήρα καμιά απάντηση και από φόβο τώρα πια δεν γύρισα να δω πού κατέληγαν αυτά τα χέρια! Ναι, σπάνια πια φοβάμαι και γω.  Μέσα από την κυκλική δίνη της σπείρας και τη θολούρα των ματιών μου και της αχλής άρχισα να  συλλαβίζω δύσκολα, πολύ δύσκολα: ΛΗ-ΘΗ, ΛΗ-ΘΗ, ΛΗ-ΘΗΣ  ΕΡ-ΓΟΝ , ΛΗ-ΘΑΡ-ΓΟΣ , Η-ΛΙ-ΘΙ-ΟΣ…Η ζάλη ήταν τέτοια ,η κυκλική δίνη της σπείρας ατελείωτη, που ήταν αδύνατον να καταλάβω ποια απ`όλες αυτές τις λέξεις ήταν γραμμένη.

Συλλαβές, σκάλες κάγκελα, γράμματα, σκαλοπάτια ,όροφοι ,η πόρτα να τρίζει ,κεφαλόσκαλα, το διαμάντι να κόβει λέξεις να χοροπηδάν:  ΛΗ ,ΛΗ , ΛΗ , Θ, Θ,Θ τα μόνα σίγουρα γράμματα και μετά το χάος μέσα στο μυαλό μου. Και ξαφνικά είμαι πάλι στο δωμάτιο δεν βλέπω πάνω από το μπαούλο και δεν με κρατάν χέρια. Αστραπές. Πέφτει ένα μπουρίνι πια πολύ δυνατό. Κοιτώ έξω να δω τι θα κάνει. Βλέπω να γίνεται μούσκεμα και ξαφνικά ξεκολλάν από πάνω μπογιές και αρχίζει να χάνεται να γίνεται ένα με το άυλο σαν να `ταν ζωγραφιά ,σαν να ξεπλένεται από το νερό. Μπογιές κυλάνε το πρόσωπο διαλύεται, χέρια ,σώμα ,πόδια τα πάντα. Και το μπαούλο και η επιγραφή. Βγαίνω έξω. Βλέπω όλων των ειδών τις μπογιές κάτω στο χώμα…

Εεεεεεεεεεε !!!! Ουρλιάζω ! Εσύ δεν ήσουν, ψέμα! Δεν ήσουν όνειρο,εσύ!   Δεν ήσουν φάντασμα δικό μου ,δεν ήσουν αποκύημα της φαντασίας μου! Εεεεεεεεε!!!! Δώσε μου πίσω αυτά που πήρες. Τα ψέματά σου!  Ήταν και δικά μου. Ήταν το ψέμα της δικής μου ζωής. Εεεεεεεεεεεεεεεε !!! Θέλω να ζήσω ,εεεεεεεεεε! Γαμώ το κέρατό σου, πού πήγες! Πού εξαφανίστηκες!  Ήσουν το ψέμα για την πάρτη σου μόνο! Να μου βρεις λοιπόν ένα άλλο ίδιο ψέμα ,γερνάω... Να ζήσω κι εγώ! Εεεεεεεε ,δεν ζητώ χρήματα, ποτέ δεν ζήτησα. Ούτε την αλήθεια ζητώ που ποτέ δεν άντεξες… Το ψέμα που με κατάπιε θέλω να ζήσω!

Δεκαπενταύγουστος του σωτηρίου και μνημονιακού έτους 2013.  Κι η Παναγιά ζωντανεύει μέχρι και τα πράγματα, σαν μας λείπουν οι άνθρωποι ! Και στο πεζοδρόμιο , το πιο αθέατο, γίνεται η καλύτερη και πιο ανάλαδη απεργία πείνας απ` την ποίηση με ένα μπουκάλι μόνο παγωμένο νερό.. Στο πιο αθέατο ,γιατί δεν χρειάζεται να σε βλέπει κανείς. Νηστεύω την ποίηση σημαίνει ασκητική, σημαίνει άβατο, σημαίνει ,ησυχασμός.



Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

ΘΡΥΨΑΛΑ


Όχι πια δεν θα γράψω άλλα ποιήματα. Νιώθω πια πως δεν μου πάει η ποίηση δεν με θέλει, δεν την θέλω; Όπως και το θέατρο.  Κάποτε πήγαινα σ α ν τρελός ,στις πρεμιέρες. Μάλιστα, στις πρεμιέρες. Δεν έχανα παράσταση. Για πολλά χρόνια, πάρα πολλά.  Τώρα πια δεν θέλω να πηγαίνω ,δεν θέλω να βλέπω, δεν θέλω να γράφω. Άρχισε να μου αρέσει το πεζό. Το πολύ πεζό.  Όλα είναι σημεία των καιρών… Έτσι φτηνή και πεζή που έγινε  η ζωή μου τα τελευταία χρόνια! Παίζω και γω μαζί της, την κοροϊδεύω. Την ντύνω με τα κουρέλια της και τη γδύνω. Παίζω, πεζό , πεζοτράγουδο ,πεζοδρόμιο κι ό,τι  πιο πεζό μπορεί κανείς να φανταστεί σ`αυτό το θέατρο  της Γης.

Είναι όμορφη η πανσέληνος απόψε, μωράκι μου. Θα αφήσω τα στόρια ανοιχτά να πέφτει το φως της στα πόδια μας. Να ταξιδέψουμε πιο όμορφα. Πού θες να πάμε;  Φίλα με. Φύλλα κορμιά ,φιλιά ατέλειωτα κι άλλα φιλιά ,χείλια θερμά απανωτά ,φίλα προσκείμενα,  κορμιά. Ιδρώτας στη θέρμη του καλοκαιριού. Μυρωδιές, αέρας ,ημίφως, σκιές να σπαρταρούν στους τοίχους, πάθος ,φλόγα φωτιά, μάτια να καίνε, ρουθούνια ορθάνοιχτα να ανασαίνουν ανάσες γλυκές ,τρυφερές. Χάδια, λυγμοί ,δάκρυα χαράς. Πόθος , πεθυμιά ,σπλάχνα να καίνε, να καίνε, να φλέγονται. Φίλα, φύλλα κορμιά κομμάτια και θρύψαλα στους τέσσερις ανέμους και σ` όλα τα σημεία του ορίζοντα. Φίλα ,φίλα, φίλα με κι άλλο ,φίλα με…

Η ποίηση δεν ξέρω γιατί  με τράβηξε από μικρόν και το θέατρο. Όχι θέατρο δεν έγραφα. Θέατρο έπαιζα. Έπαιζα μικρός με τα άλλα παιδιά. Έπαιζα αυτά που έβλεπα στην τηλεόραση τότε. Τον «’Άγνωστο Πόλεμο» και το « Εν τούτω Νίκα». Δόξα τω Θεώ ,ο Φώσκολος μάς τροφοδοτούσε από τότε  με τα έργα του, από τις αρχές της ωραίας μας ΕΡΤ. Έτσι μάζευα τα παιδιά στο σχολείο και στο διάλειμμα υποδυόμουν μαζί τους ρόλους. Ήθελα να γίνω  ηθοποιός. Ασχέτως που αργότερα τράβηξα άθελά μου άλλη πορεία.  Η ποίηση μού `βγαινε αυθόρμητα. Δεν ξέρω. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Δεν είμαι και καλός στα λόγια. Δεν έχω λέγειν που λένε και στο γράψιμο άστα να πάνε. Αν και με παραξένεψε πριν από λίγα χρόνια συνάντησα έναν καθηγητή μου, φιλόλογο και του μίλησα. Δεν με θυμήθηκε απλώς ,αλλά μου απάγγειλε απ` έξω δυο προτάσεις με τις  οποίες ξεκινούσα μια έκθεσή μου στην τρίτη Λυκείου και μου `πε πως τέτοια έκθεση δεν πήρε ποτέ στα χέρια του μέχρι να βγει στη σύνταξη. Τότε ξεθάρρεψα και του είπα ότι με είχε ταράξει δυο χρόνια στο 17 και μου απάντησε: « Άλλες εποχές ,παιδί μου, τότε. Ήμασταν αυστηροί. Σήμερα είναι αλλιώς».

Πανσέληνος . Πλημμύρισε το δωμάτιο. Φως και χαρά. Στους τοίχους, στο κρεβάτι, παντού. Στο πάτωμα, ναι στο πάτωμα! Τέσσερα, επί τέσσερα, δια τέσσερα, μείον δυο, δύο , ναι δύο επί δύο ,δια δύο. Ένα , ένα. Το φωνάζω: Ένα! Να γίνουμε απόψε ένα ως το πρωί. Δεν με νοιάζει ένα και μόνον ένα. Να το πεις! Όχι δυνατά εδώ ψιθυριστά να μου το πεις να μην το ακούσει κανείς. Ψιθυριστά, πίσω στο λακκάκι από το αυτί . Εκεί θέλω, τώρα! Ζω, πεθαίνω κι ανασταίνομαι σε μια στιγμή. Δεν θέλω να τ` ακούσει ούτε η κάμαρη. Ξανά και ξανά ψιθυριστά. Κοίτα, κρίνα και περιστέρια ζωντανεύουν τις σκιές τους στους τοίχους για μας. Τα μάτια μου ανοιγοκλείνουν. Χιλιάδες όμορφες εικόνες μεμιάς περνούν από μπροστά τους. Όχι γιατί να ξημερώνει πάντα; Δεν θέλω. Θρύψαλα!  Θέλω να μείνει κι άλλο αυτή η νύχτα. Δίκια μας. Φίλα, φίλα με. Φύλλα κομμάτια, φίλα κορμιά, πύρινες γλώσσες, φύλλα κορμιά, μη σταματήσεις. Φίλα με….

Αρχικά, πολύ μικρός έγραφα ποίηση, για πράγματα που δεν ζούσα και αυτό μου `δινε μια  μεγάλη ανακούφηση, μια εκτόνωση. Έβγαινε ένα «αχ» να το πω έτσι. Μετά πέρασαν τα χρόνια μεγάλωσα και τα πράγματα άλλαξαν και έγραφα και για καταστάσεις που ζούσα. Τώρα όχι πως δεν ζω καταστάσεις απλώς μου βγαίνει καλύτερα το πεζό. Η ποίηση που πάντα πίστευα ότι ανήκει στην πιο ανώτερη σφαίρα της έκφρασης μού στέρεψε. Την περιμένω να ` ρθει ξανά σαν παλιά ερωμένη. Το θέατρο έχει μια μαγεία που την κρατώ πάντα σε απόσταση. Μάλλον για να μην τη μαγαρίσω. Είναι φοβερό το παίξιμο. Και μάλιστα για όσους ζήσαμε τη χρυσή εποχή του Ελληνικού Ραδιοφώνου. Ήταν απίθανα τα θεατρικά έργα που ακούγαμε κάθε Κυριακή βράδυ. Δεν έβλεπες. Άκουγες μόνο. Και μπορούσες να φανταστείς  εσύ από τα πρόσωπά των ηθοποιών μέχρι τα σκηνικά και ο,τιδήποτε  άλλο. Ή το «Θέατρο της Δευτέρας» στην ΕΡΤ». Και κείνα τα υπέροχα και ανεπανάληπτα μονόπρακτα με την Έλλη Λαμπέτη! Τέλος πάντων, το θέατρο έχει μια μεγάλη ομορφιά, γιατί με λίγα μέσα και με τη μαεστρία των ηθοποιών σού δίνει την ευκαιρία να μεταφερθείς μόνος σου παντού και να φανταστείς μόνος σου αυτά που θέλει να σου δώσει. Βάζει το μυαλό να δουλέψει. Δεν σου τα δίνει όλα έτοιμα, όπως ο κινηματογράφος. Και πάνω απ` όλα είναι διδακτικό. Έχει πάντα να δώσει μηνύματα.

Πω πω!  Να πιω έναν καφέ, να τσιμπήσω κάτι και να πάρω καμιά ασπιρίνη. Το κεφάλι μου! Πάλι με ημικρανία ξύπνησα. Επόμενο ήταν. Αυτό το χθεσινό άγχος να τελειώσω και να στείλω τη φορολογική δήλωση με αυτά που ζητάνε! Της Παναγιάς τα μάτια… Ξενύχτησα. Τι κούραση είχα και δεν ξεκουράστηκα . Θα σέρνομαι σήμερα στη δουλειά. Κομμάτια είμαι, θρύψαλα. Και είδα και δυο όνειρα μαζί το ένα μέσα στο άλλο. Ερχόταν το ένα και έφευγε το άλλο και άντε πάλι.  Σαν ρώσικη μπάμπουσκα ένα πράμα. Φύγε εσύ, έλα εσύ. Νομίζω  ο Young έλεγε ότι αυτό συμβαίνει σπάνια και όταν κοιμόμαστε πολύ βαθιά. Ε, η κούραση που είχα! Ναι, και είδες, μάγκα μου , ότι έγραφες και ποίηση και λοιπά! «Μούτρα για καφέ» που έλεγε και η γιαγιά μου. Από πότε έχεις να ανοίξεις λογοτεχνικό βιβλίο; Από το Λύκειο και τις πανελλήνιες που σου φώναζε η μάνα σου να διαβάζεις μπας και σταυρώσεις και κανένα βαθμό στην έκθεση που `χες κολλήσει στο 13 με το ζόρι… Και πήγαινες και θέατρο που από δίπλα πέρασες και δεν ακούμπησες. Αμ τ` άλλο! Δεν είδες μόνο αυτό το όνειρο! Είδες και τ` άλλο. «Σα δεν ντρέπεσαι ,μουρντάρη, παντρεμένος άνθρωπος», θα `λεγε η μάνα σου αν σ` έπαιρνε χαμπάρι. Ε, ωραία και λοιπόν τι να κάνω! Εγώ το κάλεσα; Ήρθεα από μόνο του. Άντρας είμαι κι ανάγκες έχω. Στα όνειρα δεν υπάρχει αστυνομία είπε κάποιος μεγάλος. Δεν με είδε κανείς. Τι να κάνω και γω.

Φτου ! Γαμώτο ! Πάλι άργησα! Άντε τώρα να τρέχω να προλάβω το λεωφορείο. Πεζή, πολύ πεζή κατάντησε πια η ζωή μας. Κάθε μέρα τα ίδια. Τα ίδια κι  απαράλλαχτα. Ευτυχώς σε λίγες μέρες παίρνω άδεια κι αρχίζουν οι διακοπές…  


Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Ο ΘΕΙΟΣ  ΤΑΚΗΣ 


Ο θείος Τάκης ήταν πρώτος ξάδελφος του πατέρα μου και πολύ δεμένος με την οικογένειά μας, μιάς και δεν είχε δική του. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και ιδιαίτερα εμένα, γιατί δεν είχε δικά του. Τη δεκαετία του `60 ήταν μεγαλοεργολάβος οικοδομών στη Θεσσαλονίκη. Εποχή της ανοικοδόμησης τότε ,όλο το κέντρο της πόλης ήταν δικό του, γιατί είχε τα κονέ και το λέγειν και ήξερε να κλείνει τις δουλειές στο πι και φι. Όμως ως γνωστόν εκείνες τις εποχές όλες οι δουλείες ήταν και του ποδαριού. Έτσι σε μια οικοδομή του, όπου η σκαλωσιά δεν πληρούσε τις προδιαγραφές έκλεισε αναπάντεχα ο κύκλος της ζωής τριών εργατών...Τα κονέ του θείου Τάκη βέβαια και οι δικηγόροι που γνώριζε τον έβγαλαν λάδι στα δικαστήρια, είχε και χοντρό πακέτο πλήρωσε κάτι αποζημιώσεις και γλίτωσε.


΄Ομως οι τύψεις σαν Ερινύες τον στοίχειωναν. Πήρε των ομματιών του, τα παράτησε όλα και για να ξεχάσει τα πάντα έφυγε να κάνει νέα ζωή στην Αμερική σαν φυγάς του πεπρωμένου του σαν νέος Αλκιβιάδης. Προσαρμόστηκε γρήγορα στη Μασαχουσέτη με τα λεφτά που είχε και άνοιξε εταιρεία υδραυλικών και κατασκευής πισινών. Πού και πού μας έστελνε γράμματα. Οι δουλειές πήγαιναν πάρα πολύ καλά. Δεν είχε χρόνο καν να δει τον εαυτό του. Ήταν ολοφάνερο ότι εκεί είχε αρχίσει μια άλλη ζωή. Μας έστελνε και φωτογραφίες. Είχε γνωρίσει και μια περίεργη κομψευάμενη Αμερικάνα ,την Τζέσικα ,που κάθε φορά που την αναφέραμε η μάνα μου την αποκαλούσε "η Λουλού", λες και ήτανε σκυλάκι. Και όλο ζητούσε φωτογραφίες από μένα γιατί του άρεσε να χορεύω , επειδή ήμουν καλός στις ζεμπεκιές και στους χορό γενικά.


.



Η νοσταλγία της πατρίδας χρόνια του έτρωγε τα σωθικά ,αλλά και οι Ερινύες επίσης. Μας έπαιρνε τηλέφωνο και μας έλεγε ότι έρχεται τάδε του μηνός, ότι έρχεται και να τον περιμένουμε στο Αεροδρόμιο. Εμείς χαρά, ετοιμασίες στο σπίτι κλπ .Οι γονείς αποφάσιζαν σε ποιο δωμάτιο θα κοιμηθούν, για να παραχωρήσουν την κρεβατοκάμαρα στο θείο Τάκη και τη Λουλού κλπ. . Όμως για κακή μας τύχη πάντα το ζωντανό έργο θύμιζε πολίτικη κουζίνα και Πεσσόα. Πάντα μας έστελνε κάποιον φίλο του με ένα γράμμα για μας και κάποια δώρα για μένα. Στο γράμμα μάς εξηγούσε ότι την τελευταία στιγμή παρουσιάστηκαν αντιξοότητες στη δουλειά του και δεν μπορούσε να φύγει από τη Μασαχουσέτη δυστυχώς.




Μια απ` όλες τις φορές είχε και έναν αντίπαλο που με κάτι υπερσύγχρονα μηχανήματα τον είχε φιλμάρει στην κατασκευή κάποιας πισίνας λέγοντας πως χρησιμοποιούσε ακατάλληλα υλικά και τη στιγμή που ήταν να `ρθει τον κυνηγούσαν οι δικηγόροι του ανταγωνιστή του. Βίος και πολιτεία ο θείος Τάκης. Μ` αυτά και με κείνα μια μέρα τον παράτησε και η Λουλού, γιατί έδινε πολλή σημασία στην δουλειά του και στις πισίνες και την παραμελούσε και κλέφτηκε με έναν μιγάδα,έναν κοκκινόκωλο, έλεγε η μάνα μου, από την Νότιο Αμερική. 



Όσες φορές μας ειδοποίησε ότι θα ερχόταν ποτέ δεν ήρθε και έτσι δεν τον ξανάδαμε ποτέ πια τον θείο Τάκη ...ώσπου πριν τρία χρόνια λάβαμε μια επιστολή από τον Κυβερνήτη της Μασαχουσέτης που μας έλεγε ότι ο θείος Τάκης απεβίωσε και ότι θα μας τον έστελνε πακέτο στην Ελλάδα να τον θάψουμε και πως μοναδική κληρονόμο του άφηνε τη Λουλού βάσει μιας παλιάς διαθήκης που είχε κάνει και που προφανώς δεν είχε σκεφτεί να αλλάξει μετά το διαζύγιο, γιατί πίστευε κι αυτός ότι θα ζήσει αιώνια. Πάντα αμελής και αφελής ο θείος Τάκης!


Αναλάβαμε και τον κηδέψαμε στο χωριό του, την Καρδιτσομαγούλα του Νομού Καρδίτσας στις 12 Δεκεμβρίου 2011 κάτω από πυκνή χιονόπτωση... Κι έτσι ο αγαπημένος  μας και μακαριστός πια θείος Τάκης, αφού μάζεψε σε άλλο χωροχρόνο πληγές και πόνο ανείπωτο μιας ζωής ήρθε όλα να τα ποντίσει,να τα λευκάνει  ακίνδυνα πια  για εξιλέωση στο πάτριο χώμα του  με το άψυχο του σώμα .Αιωνία του η μνήμη...



Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013


ΚΥΝΙΚΑ  ΚΑΥΜΑΤΑ 

Είδα πως έπαιζα πιάνο, μπορεί και αρμόνιο ή και εκκλησιαστικό όργανο. Ύπνος είναι αυτός όλα τα φέρνει στις θέρμες του καλοκαιριού πού να θυμάμαι τ` άλλο πρωί ακριβώς. Μα τα πλήκτρα ήταν βαριά. Βαριά κι ασήκωτα. Κολλούσαν θαρρείς τα δάχτυλά μου απάνω τους.Κι έπαιζα –λέει- έπαιζα:  «Τα δυο ορφανά» του ξεχασμένου Σχλέσινγκοφ φον  Ντας Βέρντεν… αυτήν την υπόκωφη και πένθιμη μελωδία του θανάτου.  Και ξαφνικά κάτι μ` άγγιξε στην πλάτη. Ένας αέρας πνιχτός, ένας φύσημα και είδα από το παράθυρο να βγαίνουν δυο μικρά αγγελάκια.

Βγήκα και  τα είδα να στρίβουν στου δρόμου τη γωνιά και να πέφτουν κάτω. Έτρεξα και στη στροφή ήταν ένας κάδος απορριμμάτων και μια πλαστική σακούλα που από μέσα βγαίναν κλάματα.  Έκανα έτσι με τα δάχτυλα κι είδα δυο κεφαλάκια μωρών σαν σιαμαία, μπορεί και τρία –δεν θυμάμαι- να ψάχνουνε της μάνας το βυζί απελπισμένα. Έτρεξα τρέμοντας προς το δάσος κάτω απ` τα δέντρα. Τα `χα χαμένα. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα αίματα. Τα κλάματα ακούγονταν πνιχτά. Τα πεύκα , τα κυπαρίσσια –δε θυμάμαι τι δέντρα ήταν- βρωμοκοπούσαν ρετσίνι σαν καυτό θειάφι. Κάτω ήταν σπαρμένες σύριγγες και φιάλες από ορούς που βάζουν στα νοσοκομεία και καρτελάκια που βάζουν στα χεράκια των μωρών με το όνομά τους. Στα βελούδινα χεράκια τους… και βελόνες ,σύριγγες πολλές ,βελόνες και πευκοβελόνες…

Ήμουν έξω και πάλι έπαιζα ,έπαιζα και γω δεν ξέρω με ποια χέρια και ποια δύναμη μπορούσα και πώς, αλλά έπαιζα τούτο το θανατερό κομμάτι του    Σχλέσινγκοφ φον  Ντας Βέρντεν που εκεί στη Νορβηγία συνηθίζουν οι προτεστάντες να παίζουν στο ξόδι μικρών παιδιών.  Τι σου είναι το υποσυνείδητο στα όνειρα! Είσαι παντού, κάνεις τα πάντα… Έπαιζα,  τα δάχτυλα ήταν βαριά κι ασήκωτα, μα δεν ακουμπούσα πλήκτρα πια. Τα μισούσα. Μισούσα τους ήχους, τα δέντρα, το δασάκι, τις θέρμες του Αυγούστου, όλα. Ναι, τους ήχους του απορριμματοφόρου που ήρθε να συμπληρώσει τη νεκρική μελωδία, που πήρε και άλεσε στα σπλάχνα του ό,τι ήταν μέσα και έξω από τον κάδο…  Πες μου γιατί; Γιατί !

Πετάχτηκα από το κρεβάτι . Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Όνειρο» είπα κι από το ανοιχτό παράθυρο άκουσα τους σκουπιδιάρηδες και το απορριμματοφόρο να μαζεύουν τα σκουπίδια. Η μικρή μου σκυλίτσα, η Σίλια,  ήρθε όπως κάθε πρωί να μου γλείψει της πατούσες για «καλημέρα». «Ψυχή μου» είπα και τη χάιδεψα «εσύ μου μεινες να μ` αγαπάς αληθινά».  Της έβαλα να φάει . Έκανα καφέ και άναψα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Ώρα 06.30, 05 Αυγούστου 2013. Όνειρα ! Μεταποιήσεις, μεταμφιέσεις της ζωής,λατρεμένες τόσο από έναν Πεσσόα, ή τίποτα ή χαζά που λέγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας και μη δίνεις σημασία όνειρο ήτανε. Κι αν δεν ήτανε; Ποιος να το εξηγήσει τώρα πρωί πρωί…

Ωχ μωρέ! Δε βαριέσαι… Πάμε για το επόμενο! Κύκλους κάνει η ζωή και για μας και για όλους .Σήμερα δικά μας κι αύριο στα δικά σας. Πάμε σου λέω για το επόμενο!  Τώρα, καλύτερο ή χειρότερο. Έχουμε δει κι έχουμε δει… Αμάν, για καλό τα σκαλίζεις τώρα και συ πρωί πρωί; Δεν σου `φτασε; Θες κι άλλα;




Υπό κατασκευή / Under construction