Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΜΠΑΟΥΛΟ

Σε πήρε το μάτι μου ξυστά κι  όταν –δεν ξέρω γιατί μετακινήθηκες προς το οπτικό μου πεδίο, για να βλέπεις μάλλον καλύτερα στο φως του λυχνοστάτη-σε έβλεπα πολύ καλύτερα. Όχι που νόμιζες ότι θα μου τη γλίτωνες… Πάντα κάτι τέτοιες ώρες ψάχνεις…Κουβαλούσες ένα μπαούλο, ένα μεγάλο ξύλινο μπαούλο σαν εκείνο που είχε η γιαγιά μου και έβαζε μέσα πράγματα : χαλιά ,ρούχα κλπ και όταν το άνοιγα βρωμοκοπούσε ναφθαλίνη. Ήσουν εκεί έξω, ήταν αυλή μεγάλη, πάρκο , αλσύλλιο; Θα σε γελάσω. Δεν μπορούσα να δω καλά στο μισοσκόταδο. Πάντως εγώ ήμουν μέσα και σε κοιτούσα πού και πού. Ευτυχώς γιατί φυσούσε και οι κουρτίνες μέσα στο μισοσκότεινο  δωμάτιο σάλευαν σαν λευκές οπτασίες  ανάκατα και από ανάμεσά τους μπορούσα να βλέπω τα πάντα.

Φυσούσε, μια ωραία δροσιά έλουζε τον ιδρώτα μου, την πνιγμένη ανάσα μου, την αγωνία μου. Φυσούσε δυνατά, όπως φυσά φορές φορές τα καλοκαίρια στο λυκαυγές. Το λυκαυγές! Τι όμορφη λέξη έχει μέσα της τον λύκο…Oι  Γάλλοι το ζωγραφίζουν πιο παραστατικά είναι το φως «ανάμεσα στο σκύλο και το λύκο» . “Entre chien et loup”.Σκυλιά, σκυλιά αγαρηνά  και λύκοι άρπαγες… Πού μαζεύτηκαν όλοι αυτοί τέτοια ώρα ή ήταν από χρόνια μαζεμένοι και δεν τους έβλεπα και γίναν τώρα πια ένας και δεν έβλεπα!

Κι έχει μια άσχημη υγρασία τούτη η πρωινή αχλή. Μα όχι δεν θα κλείσω το παράθυρο. Θέλω να τα δω όλα. Κάτι ακούγεται απ` έξω πολλές φωνές από μακριά, δεξιά απ` τη μεριά του λόφου. Φωνές ,κλάματα; Όχι, ουρλιαχτά! Λύκοι; Τέτοια εποχή; Να ζευγαρώνουν; Αποκλείεται. Να `ναι αλυχτίσματα σκύλων;  Το πιο πιθανό να` ναι λυκόσκυλα από κανένα εξοχικό. Φυσάει δυνατά, με θόρυβο και φέρνει χώμα στο δωμάτιο. Τρίζει η πόρτα, τρίζει συνεχώς σαν επιθανάτιος ρόγχος ένα πράμα… Και χτυπάει ,χτυπάει δυνατά. Μια βραχνή φωνή-άντρας είναι, γυναίκα ; -  μου λέει να την κλείσω. Μια σκιά βλέπω μόνο, σαν γνώριμη. Υπακούω. Απλώνω το χέρι ,αλλά δεν την φθάνω. Τα πόδια μου είναι κουρασμένα και βαριά, λες και είχαν βουλιάξει στη λάσπη.  Δεν μπορώ να πάω να την κλείσω. Να μείνει ανοιχτή, δεν με πειράζει. Είναι όμορφο το ντεκόρ. Δε με φοβίζει τίποτε πια. Είμαι σε μια ηλικία που δεν έχω να φοβηθώ ή να τρομάξω από τίποτε. Μάλλον το διασκεδάζω. Έχω και μια περίεργη μουσική υπόκρουση στο δωμάτιο, αν μη τι άλλο. Καιρός να το απολαύσω και αυτό το έργο!

Άνοιξες το μπαούλο κι άρχισες  να το κοιτάς  απ `όλες τις μεριές . Πήγες κάπου και έφερες σακούλες με πράγματα και άρχισες να βγάζεις. Τι ήτανε  μου λες; Κάτι σαν κουρέλια έβλεπα που τα δίπλωνες ευλαβικά και τα τοποθετούσες μέσα ευλαβικά. Κουρέλια ,σίγουρα κουρέλια. Έβλεπα κάτι σαν κρόσσια να κρέμονται.  Έβαλες πολλά. Και μετά  τσαντάκια, κουτάκια… χα  χα χα !  Τα «τιμαλφή σου» είχα πει σε κάποιο ποίημά μου, ειρωνικά, λες κι ένιωθα τη θύελλα να πλησιάζει.  Τώρα το λέω πολύ πεζά. Δεν ειρωνεύομαι πια. Εδώ και χρόνια δεν γράφω ποίηση. Νηστεύω ανάλαδα την ποίηση ως ασκητής της κοσμοκαλόγερος.  Τώρα γράφω μόνο πεζοδρόμιο. Και σ` όποιον αρέσει.  Τα "τιμαλφή" σου τα `βαλες κάτω από τα κουρέλια , στον πάτο του μπαούλου να μην τα δει κανείς. Και μετά πήρες χαρτιά , έγγραφα αρκετά και κείνα στον πάτο του μπαούλου ,στου φιδιού την τρύπα!

Ο επιθανάτιος ρόγχος στην κάμαρη δυνάμωσε, το χώμα έρχεται στα μούτρα μου, στα μάτια μου , η πόρτα βροντάει. Ακούω τα σκυλιά ,μα αυτό ακούγεται ώρες ώρες σαν κλάμα παιδιών ,σαν να `ναι μωρά! Να `ναι τα παιδιά μου; Ποια παιδιά σου, μωρέ! Χαλάρωσε! Τα παιδιά σου μεγάλωσαν. Κοιμούνται στα δωμάτια τους. Μ` αυτό το άγχος σου θα πεθάνεις. Σωστά, τα παιδιά δεν έχουν κανένα λόγο να είναι έξω και δεν είναι μικρά. Αλυχτάνε τα σκυλιά. Σηκώθηκε αντάρα. Μπουρίνι μάλλον έρχεται.  Μα τι κάνει, Θεέ μου! Ανέβηκε πάνω στο μπαούλο και κάτι κάνει. Θα δω. Δεν ξέρω πώς, αλλά έβλεπα. Ήμουν μέσα στο δωμάτιο και έβλεπα έξω και έβλεπα πάνω από το μπαούλο. Πώς βλέπει κανείς μια μεταθανάτια εμπειρία μέσα σε ένα χειρουργείο ,μια εξωσωματική εμπειρία ,όταν είναι σε κώμα και μετά επανέρχεται  και το ξέρει ότι θα επανέλθει; Ε, κάπως έτσι.

Ήμουν στο δωμάτιο και έξω πάνω από το μπαούλο πολύ ψηλά και έβλεπα, όπως σε μια πολυώροφη πολυκατοικία που δεν έχει ασανσέρ. Ήμουν στο τελευταίο πάτωμα και ήταν σαν να κοιτώ λοξά την τελείως κυκλική  της σκάλα και την σπείρα που αυτή διέγραφε από το τελευταίο πάτωμα ως το ισόγειο. Εκεί, ας πούμε, στο ισόγειο ήταν το μπαούλο… Η θανατερή όμως αυτή σπείρα με ζάλιζε. Η υγρασία και το πρωινό σύθαμπο κούραζαν τα μάτια μου και έτσουζαν και η σπείρα μεγάλωνε και μίκραινε καθώς την κοιτούσα από πάνω προς τα κάτω και από κάτω προς τα πάνω.  Και μπέρδευε μέσα της κάγκελα ,κεφαλόσκαλα,σκαλοπάτια και   τούμπαλιν.  «Κάποιος να με κρατήσει –φώναξα- ζαλίζομαι θα πέσω» και αμέσως βρέθηκαν δυο χέρια και με έπιασαν σφιχτά. Δεν είχα το κουράγιο να γυρίσω να δω αν κατέληγαν σε κάποιο σώμα και σε ποιο… Ήθελα να σκύψω κι άλλο για να δω καλύτερα.

Πάνω στο μπαούλο είχε στερεώσει  μια μεταλλική πλάκα σε χρώμα ασημί. Και τώρα με ένα εργαλείο που έμοιαζε με διαμάντι που κόβουμε τα τζάμια, τουλάχιστον έτσι το έβλεπα και το άκουγα εγώ, γιατί έβγαζε και κείνο τον χαρακτηριστικό τσιριχτό ήχο του τζαμιού που κόβεται , έγραφε μια επιγραφή. Περίμενα ώρα να τελειώσει να δω τι έγραφε. Τα άγνωστα χέρια με κρατούσαν εκεί . Ψέλλισα μόνο : «Ευχαριστώ. Μη με παρεξηγείτε γερνάω αξιοπρεπώς..» Αλλά δεν πήρα καμιά απάντηση και από φόβο τώρα πια δεν γύρισα να δω πού κατέληγαν αυτά τα χέρια! Ναι, σπάνια πια φοβάμαι και γω.  Μέσα από την κυκλική δίνη της σπείρας και τη θολούρα των ματιών μου και της αχλής άρχισα να  συλλαβίζω δύσκολα, πολύ δύσκολα: ΛΗ-ΘΗ, ΛΗ-ΘΗ, ΛΗ-ΘΗΣ  ΕΡ-ΓΟΝ , ΛΗ-ΘΑΡ-ΓΟΣ , Η-ΛΙ-ΘΙ-ΟΣ…Η ζάλη ήταν τέτοια ,η κυκλική δίνη της σπείρας ατελείωτη, που ήταν αδύνατον να καταλάβω ποια απ`όλες αυτές τις λέξεις ήταν γραμμένη.

Συλλαβές, σκάλες κάγκελα, γράμματα, σκαλοπάτια ,όροφοι ,η πόρτα να τρίζει ,κεφαλόσκαλα, το διαμάντι να κόβει λέξεις να χοροπηδάν:  ΛΗ ,ΛΗ , ΛΗ , Θ, Θ,Θ τα μόνα σίγουρα γράμματα και μετά το χάος μέσα στο μυαλό μου. Και ξαφνικά είμαι πάλι στο δωμάτιο δεν βλέπω πάνω από το μπαούλο και δεν με κρατάν χέρια. Αστραπές. Πέφτει ένα μπουρίνι πια πολύ δυνατό. Κοιτώ έξω να δω τι θα κάνει. Βλέπω να γίνεται μούσκεμα και ξαφνικά ξεκολλάν από πάνω μπογιές και αρχίζει να χάνεται να γίνεται ένα με το άυλο σαν να `ταν ζωγραφιά ,σαν να ξεπλένεται από το νερό. Μπογιές κυλάνε το πρόσωπο διαλύεται, χέρια ,σώμα ,πόδια τα πάντα. Και το μπαούλο και η επιγραφή. Βγαίνω έξω. Βλέπω όλων των ειδών τις μπογιές κάτω στο χώμα…

Εεεεεεεεεεε !!!! Ουρλιάζω ! Εσύ δεν ήσουν, ψέμα! Δεν ήσουν όνειρο,εσύ!   Δεν ήσουν φάντασμα δικό μου ,δεν ήσουν αποκύημα της φαντασίας μου! Εεεεεεεεε!!!! Δώσε μου πίσω αυτά που πήρες. Τα ψέματά σου!  Ήταν και δικά μου. Ήταν το ψέμα της δικής μου ζωής. Εεεεεεεεεεεεεεεε !!! Θέλω να ζήσω ,εεεεεεεεεε! Γαμώ το κέρατό σου, πού πήγες! Πού εξαφανίστηκες!  Ήσουν το ψέμα για την πάρτη σου μόνο! Να μου βρεις λοιπόν ένα άλλο ίδιο ψέμα ,γερνάω... Να ζήσω κι εγώ! Εεεεεεεε ,δεν ζητώ χρήματα, ποτέ δεν ζήτησα. Ούτε την αλήθεια ζητώ που ποτέ δεν άντεξες… Το ψέμα που με κατάπιε θέλω να ζήσω!

Δεκαπενταύγουστος του σωτηρίου και μνημονιακού έτους 2013.  Κι η Παναγιά ζωντανεύει μέχρι και τα πράγματα, σαν μας λείπουν οι άνθρωποι ! Και στο πεζοδρόμιο , το πιο αθέατο, γίνεται η καλύτερη και πιο ανάλαδη απεργία πείνας απ` την ποίηση με ένα μπουκάλι μόνο παγωμένο νερό.. Στο πιο αθέατο ,γιατί δεν χρειάζεται να σε βλέπει κανείς. Νηστεύω την ποίηση σημαίνει ασκητική, σημαίνει άβατο, σημαίνει ,ησυχασμός.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου