Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013


ΚΥΝΙΚΑ  ΚΑΥΜΑΤΑ 

Είδα πως έπαιζα πιάνο, μπορεί και αρμόνιο ή και εκκλησιαστικό όργανο. Ύπνος είναι αυτός όλα τα φέρνει στις θέρμες του καλοκαιριού πού να θυμάμαι τ` άλλο πρωί ακριβώς. Μα τα πλήκτρα ήταν βαριά. Βαριά κι ασήκωτα. Κολλούσαν θαρρείς τα δάχτυλά μου απάνω τους.Κι έπαιζα –λέει- έπαιζα:  «Τα δυο ορφανά» του ξεχασμένου Σχλέσινγκοφ φον  Ντας Βέρντεν… αυτήν την υπόκωφη και πένθιμη μελωδία του θανάτου.  Και ξαφνικά κάτι μ` άγγιξε στην πλάτη. Ένας αέρας πνιχτός, ένας φύσημα και είδα από το παράθυρο να βγαίνουν δυο μικρά αγγελάκια.

Βγήκα και  τα είδα να στρίβουν στου δρόμου τη γωνιά και να πέφτουν κάτω. Έτρεξα και στη στροφή ήταν ένας κάδος απορριμμάτων και μια πλαστική σακούλα που από μέσα βγαίναν κλάματα.  Έκανα έτσι με τα δάχτυλα κι είδα δυο κεφαλάκια μωρών σαν σιαμαία, μπορεί και τρία –δεν θυμάμαι- να ψάχνουνε της μάνας το βυζί απελπισμένα. Έτρεξα τρέμοντας προς το δάσος κάτω απ` τα δέντρα. Τα `χα χαμένα. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα αίματα. Τα κλάματα ακούγονταν πνιχτά. Τα πεύκα , τα κυπαρίσσια –δε θυμάμαι τι δέντρα ήταν- βρωμοκοπούσαν ρετσίνι σαν καυτό θειάφι. Κάτω ήταν σπαρμένες σύριγγες και φιάλες από ορούς που βάζουν στα νοσοκομεία και καρτελάκια που βάζουν στα χεράκια των μωρών με το όνομά τους. Στα βελούδινα χεράκια τους… και βελόνες ,σύριγγες πολλές ,βελόνες και πευκοβελόνες…

Ήμουν έξω και πάλι έπαιζα ,έπαιζα και γω δεν ξέρω με ποια χέρια και ποια δύναμη μπορούσα και πώς, αλλά έπαιζα τούτο το θανατερό κομμάτι του    Σχλέσινγκοφ φον  Ντας Βέρντεν που εκεί στη Νορβηγία συνηθίζουν οι προτεστάντες να παίζουν στο ξόδι μικρών παιδιών.  Τι σου είναι το υποσυνείδητο στα όνειρα! Είσαι παντού, κάνεις τα πάντα… Έπαιζα,  τα δάχτυλα ήταν βαριά κι ασήκωτα, μα δεν ακουμπούσα πλήκτρα πια. Τα μισούσα. Μισούσα τους ήχους, τα δέντρα, το δασάκι, τις θέρμες του Αυγούστου, όλα. Ναι, τους ήχους του απορριμματοφόρου που ήρθε να συμπληρώσει τη νεκρική μελωδία, που πήρε και άλεσε στα σπλάχνα του ό,τι ήταν μέσα και έξω από τον κάδο…  Πες μου γιατί; Γιατί !

Πετάχτηκα από το κρεβάτι . Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Όνειρο» είπα κι από το ανοιχτό παράθυρο άκουσα τους σκουπιδιάρηδες και το απορριμματοφόρο να μαζεύουν τα σκουπίδια. Η μικρή μου σκυλίτσα, η Σίλια,  ήρθε όπως κάθε πρωί να μου γλείψει της πατούσες για «καλημέρα». «Ψυχή μου» είπα και τη χάιδεψα «εσύ μου μεινες να μ` αγαπάς αληθινά».  Της έβαλα να φάει . Έκανα καφέ και άναψα τσιγάρο στο μπαλκόνι. Ώρα 06.30, 05 Αυγούστου 2013. Όνειρα ! Μεταποιήσεις, μεταμφιέσεις της ζωής,λατρεμένες τόσο από έναν Πεσσόα, ή τίποτα ή χαζά που λέγαν οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας και μη δίνεις σημασία όνειρο ήτανε. Κι αν δεν ήτανε; Ποιος να το εξηγήσει τώρα πρωί πρωί…

Ωχ μωρέ! Δε βαριέσαι… Πάμε για το επόμενο! Κύκλους κάνει η ζωή και για μας και για όλους .Σήμερα δικά μας κι αύριο στα δικά σας. Πάμε σου λέω για το επόμενο!  Τώρα, καλύτερο ή χειρότερο. Έχουμε δει κι έχουμε δει… Αμάν, για καλό τα σκαλίζεις τώρα και συ πρωί πρωί; Δεν σου `φτασε; Θες κι άλλα;


2 σχόλια: