Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Jet lag






Θέλεις να παίξουμε μονά-ζυγά; Ναι! Ποια θέλεις; Τα μονά. Κι εγώ παίρνω τα ζυγά, αφού μ` αρέσουν.  Προτιμώ το 4. Και γω το 5. Πω πω! 1+4…Περισσεύει ένα. Λοιπόν θα πούμε 1 μαζί με 4 =14, για να χεις και συ κάτι από ζυγά, να μην αισθάνομαι ότι αδικώ. Να παίξουμε; Ναι να παίξουμε, αλλά ξέρεις πρέπει να φύγω  ταξίδι και πώς θα συνεχίσουμε; Θα ρθω και γω μαζί σου, όπου κι αν πας. Θέλεις; Ναι θέλω. Παίζουμε λοιπόν!


Α`  Ώρα : χαράζει. Χαράζει και βρέχει καταρρακτωδώς.  Μικρός έβγαινα στη βροχή να γίνομαι μουσκίδι. Τη λάτρευα. Τώρα πονά ο αυχένας ,οι μυς, οι αρθρώσεις… πού να βγω! Κάποτε κοροϊδεύαμε τους γέρους  και τις γριές: «πονάνε τα ρεματικά μου. Θα βρέξει». «Αχ πού `σαι νιότη που `λεγες πως θα γινόμουν άλλος»! Ζαλίζομαι. Υπόταση. Μισό κουταλάκι του γλυκού αλάτι.  Ποιος θα μου δώσει; Ο κόσμος περιδινίζεται γύρω μου. Τα πάντα πηγαίνουν και έρχονται. Όχι δεν θέλω να μείνω στον τόπο μέσα στο λεωφορείο. Δεν θέλω να με βλέπει κανείς. Η ανάσα μου κόβεται. Θεέ μου, φώτισε κάποιον ν `ανοίξει ένα παράθυρο. Αέρα. Θέλω αέρα. 


Ανασαίνω βαριά. Περιμένω να `ρθει η ώρα να κατεβώ στη στάση. Επιτέλους να φτάσει αυτό το λεωφορείο εκεί που θέλω να κατεβώ.  Η γιαγιά δίπλα μου ακούει την ανάσα μου. Είστε καλά, κύριε; Θέλετε κάτι να σας βοηθήσω; Όχι μια χαρά είμαι. Aπλώς,  είμαι πολύ κουρασμένος. Ταξιδεύω, ξέρετε, πολύ και πολλά χρόνια. Τα `χουν αυτά τα ταξίδια… Το στομάχι μου έχει σφιχτεί. Μου `ρχεται  να κοιμηθώ. Δεν έχω βάλει τίποτε στο στόμα μου, γιατί δεν θέλω να φάω εδώ και μέρες. Δεν ξέρω αν είναι πραγματικότητα. Μπορεί και να κοιμάμαι και να ` ναι ένα κακό όνειρο.  Μπορεί και μόλις να πέθανα και να ζω το θάνατο εγκεφαλικά. Όποιος πεθαίνει, λέει, σταματά η καρδιά του, αλλά για λίγα δευτερόλεπτα ο εγκέφαλος λειτουργεί. Μπορεί λοιπόν να περιμένω τον τελωνισμό της ψυχής μου. Είναι θέμα βασανιστικού χρόνου… Θα δείξει, λοιπόν. 



Γ` Ώρα: Φως ! «Δεύτε λάβετε εκ του Ανεσπέρου…» Αέναον Φάος,  Άκτιστο , Ιλαρόν! Πνίξε  με, πλημμύρισέ με, καταύγασέ με, ξέπλυνέ με  από τα ανομήματά μου και κατοίκησέ με. Έχω ένα σφίξιμο στο στήθος. Μπορεί και πόνο. Ή ανάσα μου κόβεται. Όχι ζω! Μπορεί σε λίγο να μη ζω. Κάπως έτσι έρχεται ο θάνατος… Είναι νωρίς ακόμα στη ζωή μου. Αλλά αυτό δεν έχει ώρα. Νερό, πολύ νερό. Το κεφάλι μου έχει γίνει μούσκεμα κι αν ακουμπώ σε μαξιλάρι είναι και αυτό μούσκεμα. Κι αν ακουμπώ σε μαξιλάρι πού είμαι; Στο κρεβάτι μου ή στο φέρετρο;  Ποιος θα μου πει πού βρίσκομαι; Τι μέρα είναι; Ποιο έτος; Ποιος μήνας; Ποια εποχή; Τα `χω μπερδέψει όλα στο μυαλό μου. Θρύψαλα θύμησες ανακατεμένες με άλλες θύμησες απ` άλλη εποχή, απ `άλλες ώρες, μέρες, χρόνια. Γόρδιος δεσμός στο λαιμό μου. Δεν έχω σπαθί μήτε μαχαίρι να τον κόψω. Αν δεν έφυγα ακόμη, έλα Φάος το Αέναον, το Ασύλληπτον, το Ανερμήνευτον και Ακατάληπτον, της Αγάπης Φως, Βάτε αενάως Καιόμενη     να φύγουμε μαζί… Να τελειώνω. Μόνον εσύ δικαιούσαι  να ρίξεις την αυλαία. Κι αν δεν την ρίξεις, θα ψάξω  λέξεις αγαπητικές  να αποπλύνω τις πληγές και τα κρίματά μου που ποιος και πώς να εξαγορεύσει… Με πίκραναν φρικτά. 


Τώρα που είμαστε στο αεροπλάνο ήρθαμε  πιο κοντά. Σε βλέπω, σε αγγίζω, σου μιλώ. Κρατάς το 13 ! Μα εγώ σου έδωσα το 14! Το ένα πού πήγε; Γιατί δεν απαντάς; Τι έκανες το ένα;  Δεν απαντάς. Θα το βρω. Κάπου το πήγες την ώρα που σε εμπιστεύτηκα κι είπα να κοιμηθώ και δεν μιλάς… Θα μιλήσεις; Άκου έχω μάθει πάντα να μιλάω.  Οι άνθρωποι που αγοράζουν και δεν πουλούν φοράν για μένα ένα μεγάλο ανεξιχνίαστο ερωτηματικό. Δεν μου πάνε. Δεν τους θέλω. Είναι μπαμπέσηδες και ύπουλοι… Έπαιξα πολύ τίμια.  Εγώ δεν σημάδεψα τα χαρτιά. Τα βρήκα σημαδεμένα. Να σου δώσω το 5! Υπεκφυγές που δεν γουστάρω. Δεν απαντάει στη βασανιστικό  ερώτημά μου. Πού πήγε το ένα;



ΣΤ` ΩΡΑ: Λίγο οξυγόνο, Θεέ μου πνίγομαι. Κιρκάδια δυσρυθμία. Ανασαίνω πολύ βαριά. Θέλω ν` ανοίξω το παράθυρο και να κρεμαστώ ο μισός απ` έξω με τα χέρια ανοιχτά. Μα με βλέπουν. Θα κρατηθώ. Αξιοπρέπεια. Θέλω να πεθάνω σε μια ώρα που δεν θα με βλέπει κανείς. Θα αντέξω. Η αξιοπρέπεια είναι απεργία πείνας. Είναι νηστεία.  Η γιαγιά δίπλα μου με κοιτάζει περίεργα. Κάπου την ξέρω! Ποια είναι; Ήταν μαυροντυμένη και τώρα φοράει λευκά! Ή έχω παραισθήσεις;  Όχι δεν είναι η γιαγιά μου. Ούτε η μάνα μου.  Πνίγομαι. Η κοιλιά μου πονάει. Μου `ρχεται να κάνω εμετό και δεν έχω φάει τόσες μέρες τίποτε. Τι να βγάλω; Να μου `φερνε  κάποιος να πιω λέξεις… Μια χούφτα λέξεις…διψάω. Χριστέ μου έχω γίνει άλογος! Θα μείνω με το στόμα ανοιχτό. Βρέχει και είμαι όλος μούσκεμα. Άρα είμαι σε φέρετρο. Έχω πεθάνει. Στις πόλεις θάβουν στα πενήντα εκατοστά, για να ξεπαραχώσουν εύκολα στα τρία χρόνια. Και ο τελωνισμός μου τόση ώρα; Άρα δεν πέθανα. Είναι νεκροφάνεια και είμαι θαμμένος. Άρα ξεψυχάω… Η γιαγιά σηκώθηκε να φύγει και είναι πάλι μαυροντυμένη.  Πού την ξέρω! Μακρινή συγγενής που ήρθε στη κηδεία μου ίσως. Αλλιώς δεν εξηγείται.  Να θέλει και να με βοηθήσει! 


Λοιπόν το ένα το έβαλες μέσα στη δική σου βαλίτσα. Το βρήκα. Δε με νοιάζει η βαλίτσα σου και το μπαούλο σου δεν θα γίνουν  το φέρετρό μου ! Ως εδώ. Μετά από ώρες και παρ` τες  όπως θες στη δημοτική, στα αρχαία ελληνικά, το ίδιο μου κάνει, σου λέω πως δεν χάρηκα καθόλου για τη γνωριμία. Τουναντίον έχασα πάσα ιδέα!  Η εμπιστοσύνη είναι κάτι που δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο στα λόγια. Σε λίγο φτάνουμε στο αεροδρόμιο. Καθένας τη μετεπιβίβασή του. Εγώ θα συνεχίσω να ταξιδεύω και να   πετάω και θα πετάω πάντα, για να με βλέπουν. Να `μαι διάφανος κάτω από το φως, γιατί σε μένα το «είναι» συμπίπτει με το «φαίνεσθαι» και τούμπαλιν. Μπορεί να έχασα πολλά στη ζωή μου γι `αυτό, μα δεν θα αλλάξω. Το 5 που μου δίνεις, όσα τα δάχτυλα μιας μούντζας, θα σου πω τι θα το κάνω. Θα κρατήσω το ένα και θα σου δώσω τα 4. Ορίστε : Μονά, ζυγά δικά σου. Το ένα θα είναι ο Σταυρός μου, γιατί ο σταυρός είναι: και «+» είναι και «Χ». Να πας στην Πάτρα να δεις το σταυρό του Αγ. Ανδρέα.  Είναι και  «Ι». Εκεί κρεμούσαν τους αφανείς Μάρτυρες. Τη Μεγάλη Παρασκευή θα τα πούμε στην Ακολουθία των Μεγάλων Ωρών και τότε θα δούμε πόσα απίδια έχει ο σάκος κι αν είναι μονά ή ζυγά. Τελείωσα εδώ. 


Θ` ΩΡΑ: Τα χέρια μου πονάνε. Τα πόδια μου, ο αυχένας μου κι ένας δυνατός πόνος στην αριστερή ωμοπλάτη.  Πρέπει να βρω έναν τρόπο να βγω από δω μέσα. Ξέρω είναι τρελό. Πώς να βγεις μέσα από τον τάφο, όταν σε σκεπάζει τόσο χώμα. Μα κάτι θα κάνω και θα βγω. Αλλά τι; Δεν μπορώ να κάνω την παραμικρή κίνηση.  Κεφάλαιο 13ο της Αποκάλυψης. Όλα αρχίζουν και τελειώνουν εκεί! Όχι δεν τελειώνουν. Θέλω να δω τους δύο Προφήτες που είναι μετά.  Ναι, αλλά αυτά είναι αλλεπάλληλοι ακανόνιστοι κύκλοι από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και δώθε. Ουδείς γνωρίζει ώρα και στιγμή. Πολλοί ήρθαν και έφυγαν και συ μπορεί να φύγεις και άλλοι τόσοι... Οι επτά σφραγίδες, οι επτά Άγγελοι, οι επτά φιάλες. Ναι, ναι ,γενηθήτω το Θέλημά Σου! Ακούω πυροβολισμούς! Τι γίνεται; Εμένα θέλουν να σκοτώσουν; Μα είμαι νεκρός. Τι λέμε τόση ώρα! Η κόλαση, η κόλαση. Δεν ήταν οι άλλοι. Ήμουν εγώ και δεν το ήξερα. Κι όμως  οι άνθρωποι αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Και κάτι λένε μεταξύ τους. Οι καμπάνες χτυπούν. Ο ήχος δεν είναι πένθιμος. Είναι χαρούμενος. Άρα δεν πέθανα.  Η κηδεία μου αναβάλλεται.  Ο τελωνισμός μου;
   


Τινάχτηκα κάθιδρος από το κρεβάτι. Τα πάντα μουσκίδι. Εγώ, τα σεντόνια, το μαξιλάρι. Θεέ μου, ένα κρύο ντους! Είναι η ώρα 6 το πρωί. Ένα παγωμένο ντους. Έξω ρίχνει καρεκλοπόδαρα, αλλά η άσφαλτος αχνίζει.   Ρίχνω το παγωμένο νερό πάνω μου. Προσπαθώ να συνέλθω.  Ένα καφέ και ένα τσιγάρο, γαμώ το κέρατό μου μέσα! Ναι, οι καπνιστές πεθαίνουν πρόωρα. Μας τα πρήξατε. Μια απόλαυση μας έμεινε σ` αυτόν τον κόσμο. Ωραία πεθαίνουν. Και τι είναι ο θάνατος; Η συνέχεια της ίδιας μας ζωής με την ψυχή μας μέχρι να ξανάρθουν τα ίδια άφθαρτα σώματά μας. Όπως το  μωράκι αποσπάται βίαια από τη μήτρα και κλαίει, έτσι αποσπάται και η ψυχή από το φθαρτό της ρούχο, το σώμα. Και περιμένει στην ίδια και μόνη της ζωή.  Χριστός Ανέστη !  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου